3,274,216
edits
(20) |
(5) |
||
Line 30: | Line 30: | ||
{{grml | {{grml | ||
|mltxt=<b>(I)</b><br />ο (AM [[κλῆρος]], Α δωρ. τ. [[κλᾶρος]])<br /><b>1.</b> ο [[λαχνός]], η [[κλήρωση]] («[[ἤτοι]] κλήρῳ γε λαχόντα», <b>Ηρόδ.</b>)<br /><b>2.</b> <b>συνεκδ.</b> το [[μερίδιο]] γης που απονέμεται σε κάποιον με λαχνό («κλήρους δὲ ποιήσαντες τῆς γῆς πλὴν τῆς Μυθημναίων τρισχιλίους», <b>Θουκ.</b>)<br /><b>3.</b> το [[μερίδιο]] από [[κληρονομιά]], η νόμιμη [[μοίρα]], η [[κληρονομιά]]<br /><b>4.</b> το [[σύνολο]] των ιερωμένων που αποτελούν τους ανώτερους και κατώτερους εκπροσώπους της εκκλησίας, οι κληρικοί, το [[ιερατείο]]<br /><b>5.</b> <b>ζωολ.</b> [[γένος]] εντόμων που [[κατά]] τη σημερινή [[ταξινόμηση]] ανήκει στην [[οικογένεια]] κληρίδες<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>1.</b> ο [[λαχνός]] που βγαίνει από την [[κληρωτίδα]]<br /><b>2.</b> η [[κλήση]] της κλάσης στην οποία ανήκει στρατιωτικά [[κάποιος]]<br /><b>3.</b> [[προορισμός]], [[σκοπός]] του βίου, [[αποστολή]]<br /><b>4.</b> <b>φρ.</b> «μού '[[λάχε]] ο [[κλήρος]]» — μού έτυχε, μού συνέβη<br /><b>νεοελλ.-μσν.</b><br /><b>μτφ.</b> [[τύχη]], [[μοίρα]]<br /><b>μσν.</b><br />[[περιουσία]], κτήματα<br /><b>μσν.-αρχ.</b><br /><b>1.</b> το «[[ρίξιμο]]», το «[[τράβηγμα]]» του λαχνού, η [[κλήρωση]] («οὐκ ἐάσαντες κλῆρον [[γενέσθαι]]», <b>Πλούτ.</b>)<br /><b>2.</b> εκκλησιαστικό [[αξίωμα]], [[λειτούργημα]] («γυμνούσθω τοῡ κλήρου», Αθαν. Σχολαστ.)<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> [[μερίδιο]] γης, [[κτήμα]], [[αγρόκτημα]] («[[οἶκος]] καὶ [[κλῆρος]] [[ἀκήρατος]]», <b>Ομ. Ιλ.</b>)<br /><b>2.</b> οι κληρονόμοι<br /><b>3.</b> <b>αστρολ.</b> βαθμοί του ζωδιακού κύκλου οι οποίοι συνδέονται με πλανήτες και ασκούν [[επίδραση]] [[κατά]] τη [[γέννηση]] κάποιου<br /><b>4.</b> [[περιοχή]], [[σφαίρα]] («ἕνα θεὸν πολλῶν ἅμα προεστάναι κλήρων», Δαμάσκ.)<br /><b>5.</b> (στους Λευίτες) η [[τάξη]] τών κληρικών, σε [[αντιδιαστολή]] με τους λαϊκούς<br /><b>6.</b> <b>στον πληθ.</b> <i>οἱ κλήροι</i><br />οι τίτλοι ιδιοκτησίας<br /><b>7.</b> <b>φρ.</b> <b>εκκλ.</b> «[[δίδωμι]] κλήρους» — [[χειροτονώ]].<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Η λ. συνδέεται με κελτική λ. που σήμαινε «[[σανίδα]], [[κομμάτι]] ξύλου» (<b>[[πρβλ]].</b> αρχ. ιρλδ. <i>cl</i><i>ā</i><i>r</i>, γαλατ. <i>claur</i>) έχει την [[ίδια]] [[ρίζα]] με τους τ. [[κλήμα]], λατ. <i>cl</i><i>ā</i><i>des</i> (<b>βλ.</b> <i>κλω</i>).<br /><b><span style="color: brown;">ΠΑΡ.</span></b> [[κληρικός]], [[κληρώνω]], [[κληρώ]]<br /><b>αρχ.</b><br />[[κληρίον]].<br /><b><span style="color: brown;">ΣΥΝΘ.</span></b> (Α' συνθετικό) [[κληροδότης]], [[κληρονόμος]], [[κληρούχος]]<br /><b>αρχ.</b><br />[[κληροπαλής]], [[κληρουργία]]<br /><b>μσν.</b><br />[[κλήραρχος]], [[κληροποιώ]]<br /><b>νεοελλ.</b><br />[[κληροδόχος]], [[κληροκρατία]], [[κληρομαντεία]]. (Β' συνθετικό) [[άκληρος]], [[απόκληρος]], [[επίκληρος]], [[ναύκληρος]], [[ολόκληρος]]<br /><b>αρχ.</b><br />[[βαθύκληρος]], [[δίκληρος]], [[έγκληρος]], <i>έκκληρος</i>, [[εύκληρος]], [[ισόκληρος]], [[ολιγόκληρος]], [[ομόκληρος]], [[πάγκληρος]], [[πολύκληρος]], <i>πρόκληρος</i>, [[σύγκληρος]], [[τετράκληρος]]].———————— <b>(II)</b><br />[[κλῆρος]], τὸ (Μ)<br /><b>1.</b> [[κλήρωση]]<br /><b>2.</b> οι κληρικοί.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Μεταπλασμένος τ. του [[κλῆρος]], (<i>ὁ</i>) με [[αλλαγή]] γένους]. | |mltxt=<b>(I)</b><br />ο (AM [[κλῆρος]], Α δωρ. τ. [[κλᾶρος]])<br /><b>1.</b> ο [[λαχνός]], η [[κλήρωση]] («[[ἤτοι]] κλήρῳ γε λαχόντα», <b>Ηρόδ.</b>)<br /><b>2.</b> <b>συνεκδ.</b> το [[μερίδιο]] γης που απονέμεται σε κάποιον με λαχνό («κλήρους δὲ ποιήσαντες τῆς γῆς πλὴν τῆς Μυθημναίων τρισχιλίους», <b>Θουκ.</b>)<br /><b>3.</b> το [[μερίδιο]] από [[κληρονομιά]], η νόμιμη [[μοίρα]], η [[κληρονομιά]]<br /><b>4.</b> το [[σύνολο]] των ιερωμένων που αποτελούν τους ανώτερους και κατώτερους εκπροσώπους της εκκλησίας, οι κληρικοί, το [[ιερατείο]]<br /><b>5.</b> <b>ζωολ.</b> [[γένος]] εντόμων που [[κατά]] τη σημερινή [[ταξινόμηση]] ανήκει στην [[οικογένεια]] κληρίδες<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>1.</b> ο [[λαχνός]] που βγαίνει από την [[κληρωτίδα]]<br /><b>2.</b> η [[κλήση]] της κλάσης στην οποία ανήκει στρατιωτικά [[κάποιος]]<br /><b>3.</b> [[προορισμός]], [[σκοπός]] του βίου, [[αποστολή]]<br /><b>4.</b> <b>φρ.</b> «μού '[[λάχε]] ο [[κλήρος]]» — μού έτυχε, μού συνέβη<br /><b>νεοελλ.-μσν.</b><br /><b>μτφ.</b> [[τύχη]], [[μοίρα]]<br /><b>μσν.</b><br />[[περιουσία]], κτήματα<br /><b>μσν.-αρχ.</b><br /><b>1.</b> το «[[ρίξιμο]]», το «[[τράβηγμα]]» του λαχνού, η [[κλήρωση]] («οὐκ ἐάσαντες κλῆρον [[γενέσθαι]]», <b>Πλούτ.</b>)<br /><b>2.</b> εκκλησιαστικό [[αξίωμα]], [[λειτούργημα]] («γυμνούσθω τοῡ κλήρου», Αθαν. Σχολαστ.)<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> [[μερίδιο]] γης, [[κτήμα]], [[αγρόκτημα]] («[[οἶκος]] καὶ [[κλῆρος]] [[ἀκήρατος]]», <b>Ομ. Ιλ.</b>)<br /><b>2.</b> οι κληρονόμοι<br /><b>3.</b> <b>αστρολ.</b> βαθμοί του ζωδιακού κύκλου οι οποίοι συνδέονται με πλανήτες και ασκούν [[επίδραση]] [[κατά]] τη [[γέννηση]] κάποιου<br /><b>4.</b> [[περιοχή]], [[σφαίρα]] («ἕνα θεὸν πολλῶν ἅμα προεστάναι κλήρων», Δαμάσκ.)<br /><b>5.</b> (στους Λευίτες) η [[τάξη]] τών κληρικών, σε [[αντιδιαστολή]] με τους λαϊκούς<br /><b>6.</b> <b>στον πληθ.</b> <i>οἱ κλήροι</i><br />οι τίτλοι ιδιοκτησίας<br /><b>7.</b> <b>φρ.</b> <b>εκκλ.</b> «[[δίδωμι]] κλήρους» — [[χειροτονώ]].<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Η λ. συνδέεται με κελτική λ. που σήμαινε «[[σανίδα]], [[κομμάτι]] ξύλου» (<b>[[πρβλ]].</b> αρχ. ιρλδ. <i>cl</i><i>ā</i><i>r</i>, γαλατ. <i>claur</i>) έχει την [[ίδια]] [[ρίζα]] με τους τ. [[κλήμα]], λατ. <i>cl</i><i>ā</i><i>des</i> (<b>βλ.</b> <i>κλω</i>).<br /><b><span style="color: brown;">ΠΑΡ.</span></b> [[κληρικός]], [[κληρώνω]], [[κληρώ]]<br /><b>αρχ.</b><br />[[κληρίον]].<br /><b><span style="color: brown;">ΣΥΝΘ.</span></b> (Α' συνθετικό) [[κληροδότης]], [[κληρονόμος]], [[κληρούχος]]<br /><b>αρχ.</b><br />[[κληροπαλής]], [[κληρουργία]]<br /><b>μσν.</b><br />[[κλήραρχος]], [[κληροποιώ]]<br /><b>νεοελλ.</b><br />[[κληροδόχος]], [[κληροκρατία]], [[κληρομαντεία]]. (Β' συνθετικό) [[άκληρος]], [[απόκληρος]], [[επίκληρος]], [[ναύκληρος]], [[ολόκληρος]]<br /><b>αρχ.</b><br />[[βαθύκληρος]], [[δίκληρος]], [[έγκληρος]], <i>έκκληρος</i>, [[εύκληρος]], [[ισόκληρος]], [[ολιγόκληρος]], [[ομόκληρος]], [[πάγκληρος]], [[πολύκληρος]], <i>πρόκληρος</i>, [[σύγκληρος]], [[τετράκληρος]]].———————— <b>(II)</b><br />[[κλῆρος]], τὸ (Μ)<br /><b>1.</b> [[κλήρωση]]<br /><b>2.</b> οι κληρικοί.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Μεταπλασμένος τ. του [[κλῆρος]], (<i>ὁ</i>) με [[αλλαγή]] γένους]. | ||
}} | |||
{{lsm | |||
|lsmtext='''κλῆρος:''' Δωρ. [[κλᾶρος]], <i>-ου</i>, <i>ὁ</i>,<br /><b class="num">I. 1.</b> [[κλήρος]], [[λαχνός]]· στον Όμηρ., [[κάθε]] [[άνδρας]] σημαδεύει τον δικό του κλήρο, [[έπειτα]] ρίχνονται όλοι μέσα σε μια [[περικεφαλαία]] και ο [[πρώτος]] που επιλέγεται είναι αυτός που κερδίζει.<br /><b class="num">2.</b> [[ρίξιμο]] ή [[τράβηγμα]] κλήρων, σε Ευρ.· πολλοί αξιωματούχοι στην Αθήνα κατελάμβαναν τα αξιώματά τους με [[κλήρωση]], αντίθ. προς την [[εκλογή]] ([[χειροτονία]], [[αἵρεσις]]), σε Ξεν., Αριστ.· πρβλ. [[κύαμος]] II.<br /><b class="num">II. 1.</b> [[κλήρος]] γης που παραχωρούνταν στους πολίτες (πρβλ. [[κληρουχία]]), σε Ηρόδ., Θουκ. κ.λπ.<br /><b class="num">2.</b> [[κομμάτι]] γης, [[μοίρα]], [[μερίδιο]], σε Όμηρ. κ.λπ.<br /><b class="num">III.</b> στους Εκκλ. οι κληρικοί, αντίθ. προς τους λαϊκούς. | |||
}} | }} |