σκέπας: Difference between revisions

No change in size ,  2 October 2022
m
Text replacement - "(?s)({{ls\n\|lstext.*}}\n)({{.*}}\n)({{elru.*}}\n)({{elnl.*}}\n)" to "$4$3$2$1"
m (Text replacement - "(?s)({{ls\n\|lstext.*}}\n)({{bailly.*}}\n)" to "$2$1")
m (Text replacement - "(?s)({{ls\n\|lstext.*}}\n)({{.*}}\n)({{elru.*}}\n)({{elnl.*}}\n)" to "$4$3$2$1")
Line 16: Line 16:
|btext=αος (τό) :<br />abri : ἀνέμοιο OD contre le vent.<br />'''Étymologie:''' R. Σκεπ, couvrir, protéger ; v. [[σκέπω]].
|btext=αος (τό) :<br />abri : ἀνέμοιο OD contre le vent.<br />'''Étymologie:''' R. Σκεπ, couvrir, protéger ; v. [[σκέπω]].
}}
}}
{{ls
{{elnl
|lstext='''σκέπας''': -αος, τό, ([[σκέπω]]) [[κάλυμμα]], [[σκέπασμα]], [[σκέπη]], Ὅμ. (ἀλλὰ μόνον ἐν τῇ Ὀδ.)· κὰδ δ’ ἄρ’ Ὀδυσσῆ’ εἶσαν ἐπὶ [[σκέπας]], ἔθηκαν αὐτὸν ὑπὸ σκέπην, Ζ. 212, πρβλ. 210· [[σκέπας]] ἀνέμοιο, [[σκέπη]] ἢ [[προφύλαξις]] ἀπὸ τοῦ ἀνέμου, Ε. 443, Η. 281, Μ. 336· ἀπολ. ἐν ποιητικ. ὀνομ. καὶ αἰτ. πληθ. σκέπᾰ (πρβλ. κρέᾰ) Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 530, π ρβλ. Ruhnk. εἰς Ὕμν. Ὁμ. εἰς Δήμ. 12· οὕτω, σκ. ὅρμου Λυκόφρ. 736· ἐπὶ ἐνδυμάτων, Ἀνθ. Π., κλ., ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ Μακεδονικοῦ πίλου (καυσίη), [[αὐτόθι]] 6. 335· - ἐν τῷ πληθ., ζωσάμενοι σκέπασι λινοῖς Πορφύρ. π. Ἀποχ. Ἐμψύχ. 4. 12. - Παρὰ πεζογράφοις συνήθως [[σκέπη]] (ὃ ἴδε), ἢ [[σκέπασμα]]. - Καθ’ Ἡσύχ.: «[[σκέπας]]· [[σκέπη]]. [[ὑποδοχή]]».
|elnltext=σκέπας -αος, τό, plur. σκέπᾰ, beschutting, beschutte plaats.
}}
{{elru
|elrutext='''σκέπας:''' αος τό (у Hes. pl. τὰ [[σκέπα|σκέπᾰ]]) защита, прикрытие: σ. ἀνέμοιο Hom. укрытое от ветра место; σ. ἐν νιφετῷ Anth. (о шляпе) защита от снега.
}}
}}
{{Autenrieth
{{Autenrieth
Line 28: Line 31:
|lsmtext='''σκέπας:''' -αος, τό ([[σκέπω]]), [[σκέπασμα]], [[κάλυμμα]], [[στέγαστρο]], [[καταφύγιο]]· ἐπὶ [[σκέπας]], [[κάτω]] από το [[στέγαστρο]] ή μέσα στο [[καταφύγιο]], σε Ομήρ. Οδ.· [[σκέπας]] ἀνέμοιο, [[καταφύγιο]] από τον άνεμο, στο ίδ.· ονομ. και αιτ. πληθ. <i>σκέπᾰ</i>, σε Ησίοδ.
|lsmtext='''σκέπας:''' -αος, τό ([[σκέπω]]), [[σκέπασμα]], [[κάλυμμα]], [[στέγαστρο]], [[καταφύγιο]]· ἐπὶ [[σκέπας]], [[κάτω]] από το [[στέγαστρο]] ή μέσα στο [[καταφύγιο]], σε Ομήρ. Οδ.· [[σκέπας]] ἀνέμοιο, [[καταφύγιο]] από τον άνεμο, στο ίδ.· ονομ. και αιτ. πληθ. <i>σκέπᾰ</i>, σε Ησίοδ.
}}
}}
{{elru
{{ls
|elrutext='''σκέπας:''' αος τό (у Hes. pl. τὰ [[σκέπα|σκέπᾰ]]) защита, прикрытие: σ. ἀνέμοιο Hom. укрытое от ветра место; σ. ἐν νιφετῷ Anth. (о шляпе) защита от снега.
|lstext='''σκέπας''': -αος, τό, ([[σκέπω]]) [[κάλυμμα]], [[σκέπασμα]], [[σκέπη]], Ὅμ. (ἀλλὰ μόνον ἐν τῇ Ὀδ.)· κὰδ δ’ ἄρ’ Ὀδυσσῆ’ εἶσαν ἐπὶ [[σκέπας]], ἔθηκαν αὐτὸν ὑπὸ σκέπην, Ζ. 212, πρβλ. 210· [[σκέπας]] ἀνέμοιο, [[σκέπη]] ἢ [[προφύλαξις]] ἀπὸ τοῦ ἀνέμου, Ε. 443, Η. 281, Μ. 336· ἀπολ. ἐν ποιητικ. ὀνομ. καὶ αἰτ. πληθ. σκέπᾰ (πρβλ. κρέᾰ) Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 530, π ρβλ. Ruhnk. εἰς Ὕμν. Ὁμ. εἰς Δήμ. 12· οὕτω, σκ. ὅρμου Λυκόφρ. 736· ἐπὶ ἐνδυμάτων, Ἀνθ. Π., κλ., ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ Μακεδονικοῦ πίλου (καυσίη), [[αὐτόθι]] 6. 335· - ἐν τῷ πληθ., ζωσάμενοι σκέπασι λινοῖς Πορφύρ. π. Ἀποχ. Ἐμψύχ. 4. 12. - Παρὰ πεζογράφοις συνήθως [[σκέπη]] (ὃ ἴδε), ἢ [[σκέπασμα]]. - Καθ’ Ἡσύχ.: «[[σκέπας]]· [[σκέπη]]. [[ὑποδοχή]]».
}}
{{elnl
|elnltext=σκέπας -αος, τό, plur. σκέπᾰ, beschutting, beschutte plaats.
}}
}}
{{etym
{{etym