κειάμενος

Revision as of 22:48, 31 December 2018 by Spiros (talk | contribs) (2b)

Greek (Liddell-Scott)

κειάμενος: κείαντες, ἴδε ἐν λέξ. καίω.

English (Autenrieth)

see καίω.

Greek Monotonic

κειάμενος: Επικ., μτχ. Μέσ. αορ. αʹ του καίω· κείαντες, πληθ., μτχ. ή Ενεργ. αορ. αʹ.

Russian (Dvoretsky)

κειάμενος: и κηάμενος эп. part. med. к καίω.