βούττη

From LSJ

Ὅτ' εὐτυχεῖς, μάλιστα μὴ φρόνει μέγα → Minus insolesce, quo magis res prosperae → Wenn du im Glück bist, brüste dich am wenigsten

Menander, Monostichoi, 432

Spanish (DGE)

-ης, ἡ barril λουτρὸν ... ἐν ... τῇ καλουμένῃ βούττῃ Aët.3.134.

Greek Monolingual

και βοῦττις, η (Μ)
βλ. βούτη.