ελευθεροφροσύνη

From LSJ

Ἴση λεαίνης καὶ γυναικὸς ὠμότης → Feritas leaenae quanta, tanta et feminae → Der Löwin Wildheit ist die selbe wie der Frau

Menander, Monostichoi, 267

Greek Monolingual

η 1. το να σκέφτεται κανείς ελεύθερα
2. το να σκέφτεται κανείς χωρίς θρησκευτικές προκαταλήψεις.