μούσμουλο

Revision as of 11:59, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (26)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)

Greek Monolingual

το
ο καρπός της μουσμουλιάς.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μσν. μούσπουλον, με αφομοιωτική τροπή του -π- σε -μ- και του -ε- σε -ου- < μέσπουλον < αρχ. μέσπιλον «μούσμουλο»].