ἀνακαμπτικός

Revision as of 13:00, 12 December 2020 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "<span class="sense"><p>" to "<span class="sense">")

English (LSJ)

ή, όν,    A returning, διαυλωνισμός Eust.1107.63.

German (Pape)

[Seite 191] umbiegend, Eust.

Greek (Liddell-Scott)

ἀνακαμπτικός: -ή, -όν, ὁ ἀνακάμπτων, Εὐστ. Ἰλ. σ. 1107.

Spanish (DGE)

-ή, -όν que da la vuelta, διαυλωνισμός Eust.1107.64.

Greek Monolingual

-ή, -ό (Μ ἀνακαμπτικός, -ή, -όν) ἀνακάμπτω
αυτός που επιφέρει ή επαναφέρει κάμψη.