πλατύπεδος

Revision as of 12:11, 25 August 2023 by Spiros (talk | contribs) (LSJ1 replacement)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)

English (LSJ)

πλατύπεδον, with broad fields, Sch.Hes.Th.117.

German (Pape)

[Seite 627] mit breiter Fläche (?).

Greek (Liddell-Scott)

πλᾰτύπεδος: -ον, ὁ ἔχων πλατέα πεδία, Σχόλ. εἰς Ἡσ. Θεογ. 117· πρὸς ἑρμηνείαν τοῦ εὐρύστερνος: «γαῖαν εὐρύστερνον· πλατεῖαν, πλατύπεδον».

Greek Monolingual

-ον, Α
αυτός που έχει πλατιά πεδία, πλατιές επιφάνειες («γαῖαν εὐρύστερνον, πλατεῖαν, πλατύπεδον», Σχόλ. Ησιόδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < πλατυ- + -πέδος (< πέδον), πρβλ. βαθύ-πεδος].