ἀπόκρουσις

Revision as of 09:52, 5 August 2017 by Spiros (talk | contribs) (6_8)

English (LSJ)

εως, ἡ, (ἀποκρούομαι Pass.)

   A retiring, waning, τῆς σελήνης Colum.2.10.10, Alex. Trall.8.2, PMag.Leid.V.11.28, Horap.1.4, etc.

German (Pape)

[Seite 309] ἡ, das Ab-, Zurückstoßen, Sp.; σελήνης, Abnehmen des Mondes, Clem. Al. u. a. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ἀπόκρουσις: -εως, ἡ, (ἀποκρούομαι, παθ.) ὑποχώρησις, ἐλάττωσις, τῆς σελήνης Κλήμ. Ἀλ. 814, κτλ.· οὕτω καὶ ὁ Προκλ. ὁμιλεῖ περὶ σελήνης ἀποκρουστικῆς, ὅταν εὑρίσκηται ἐν τῇ μειώσει αὑτῆς. ΙΙ. ἡ κυρία σημασία τῆς λέξεως, ἀπώθησις, εὕρηται μόνον παρὰ Βυζ.