διαμηρυκάομαι
Greek (Liddell-Scott)
διαμηρυκάομαι: ἀποθ., ἀναμασῶ τὴν τροφήν, ἀναμασῶ, ἐπαναλαμβάνω, δ. τὰ ῥήματα Ἰω. Χρυσ.
Spanish (DGE)
• Alolema(s): διαμαρ- Chrys.M.53.45
rumiar fig. τὰ ῥήματα Chrys.l.c., διαμηρυκώμενον como interpr. del n. hebr. Taam, Origenes M.12.117C.