v. δύω.
δύσκε: (ν) эп. 3 л. sing. aor. iter. к δύω I.
δύσκε: Ἰων. ἀντὶ ἔδυ, ἴδε ἐν λ. δύω.
δύσκε: Ιων. αντί ἔδυ, γʹ ενικ. αορ. βʹ του δύω.