καυκάλιον

English (LSJ)

τό, v. βαυκάλιον.

Greek (Liddell-Scott)

καυκάλιον: τό, ἴδε ἐν λ. βαυκάλιον, ἀγγεῖον ὑάλινον, τὸ βουκάλιον, ἐξ οὗ τὸ Γαλλ. bocal.

Greek Monolingual

καυκάλιον, το (ΑΜ)
μσν.
κούπα, ποτήρι
αρχ.
βαυκάλιον.
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. βαυκάλιον.