πασιφίλη

Greek (Liddell-Scott)

πᾱσιφίλη: ἡ, ἡ ὑπὸ πάντων ἀγαπωμένη, ὡς κύρ. ὄνομα, Ἀρχίλ. παρ’ Ἀθην. 594C.