σέσαγμαι

French (Bailly abrégé)

pf. Pass. de σάττω.

Greek Monotonic

σέσαγμαι: Παθ. παρακ. του σάττω.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σέσαγμαι perf. med.-pass. van σάττω.

Russian (Dvoretsky)

σέσαγμαι: pf. pass. к σάττω.