ἀρβυλικός

English (LSJ)

ἀρβυλική, ἀρβυλικόν, in the form of an ankle boot (ἀρβύλη), ὀβελοί IG11(2).158A6, al. (Delos, iii B.C.).

Spanish (DGE)

-ή, -όν
en forma de bota o escarpín πτολεμαϊκὰ τετράδραχμα δύο καὶ ἀρβυλικοὺς ὀβολούς IG 11(2).158A.6, cf. 159A.72, 161B.80 (Delos III a.C.).