ἁγιοπρεπής
German (Pape)
[Seite 14] ές, dem Heiligen geziemend, Sp.
Greek (Liddell-Scott)
ἁγιοπρεπής: ἁγιοπρεπές, ὁ ἁρμόζων εἰς ἅγιον. ― Ἐπίρρ. -πῶς. ― Οὐσιασ. -πρέπεια, Ἐκκλ.
Spanish (DGE)
-ές
1 que conviene a lo santo o a un santo, santo λόγοι 1Ep.Clem.13.3, δεσμοί Polyc.Sm.Ep.1.1, cf. Dion.Ar.CH 5.
2 adv. ἁγιοπρεπῶς = de manera conveniente a un santo, santamente Cyr.Al.M.70.805A, Dion.Ar.CH 2.4.