λαμβάνω: Difference between revisions

m
Text replacement - "(*UTF)(*UCP)\[\[\[(\w+)\]\]\]" to "($1)"
m (Text replacement - "   <span class="bld">" to "<span class="bld">")
m (Text replacement - "(*UTF)(*UCP)\[\[\[(\w+)\]\]\]" to "($1)")
Line 35: Line 35:
}}
}}
{{grml
{{grml
|mltxt=και [[λαβαίνω]] (AM [[λαμβάνω]], Α και [[λαββάνω]], Μ και λαβάνω και [[λαβαίνω]])<br /><b>1.</b> [[παίρνω]] [[κάτι]] στα χέρια μου ή [[πιάνω]] [[κάτι]] με τα χέρια μου και το [[κρατώ]] (α. «λήψῃ δὲ [[μοσχάριον]] ἐκ βοῶν ἕν... καὶ ἄρτους ἀζύμους πεφυραμένους ἐν ἐλαίω», ΠΔ<br />β. «χείρεσσι λαβὼν περιμήκεα κοντόν», <b>Ομ. Οδ.</b>)<br /><b>2.</b> [[δέχομαι]] [[κάτι]] που μού δίνεται, που μού προσφέρεται ή που μού εμπιστεύεται [[κάποιος]], [[παραλαμβάνω]] (α. «λάβετε, φάγετε τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου», ΚΔ<br />β. «δεν έχω λάβει [[γράμμα]] του εδώ και [[τρεις]] μήνες» γ. «βούλει τῶν ταλάντων ἔν λαβὼν σιωπᾱν», <b>Αριστοφ.</b>)<br /><b>3.</b> (με λέξεις που δηλώνουν [[τροφή]], [[ποτό]] ή [[φάρμακο]]) [[τρώγω]] ή [[πίνω]] («ὅτε οὖν ἔλαβεν τὸ [[ὄξος]] ὁ Ἰησοῡς εἶπε τετέλεσται», ΚΔ)<br /><b>4.</b> [[αποκομίζω]] [[κέρδος]], όφελος ή [[εισόδημα]], [[κερδίζω]] (α. «πόσα έλαβες από την [[υπόθεση]];» β. «[[οἷον]] [[κλέος]] ἔλλαβε δῑος Ὀρέστης», <b>Ομ. Οδ.</b><br />γ. «λαμβάνων οὔτ' [[οἶνον]], οὔτ' ἄλλ' οὐδὲν ἐκ τοῦ χωρίου», <b>Αριστοφ.</b>)<br /><b>5.</b> [[εισπράττω]] (α. «πόσα έχω να [[λαβαίνω]];» β. «προσῆλθον oἱ τὰ δίδραχμα λαμβάνοντες», ΚΔ)<br /><b>6.</b> χρησιμοποιείται [[συνήθως]] σε περιφράσεις [[αντί]] για μονολεκτικά ρήματα (α. «[[λαμβάνω]] όνομα» ή «[[λαμβάνω]] [[επωνυμία]][ν]» — ονομάζομαι, επονομάζομαι<br />β. «[[λαμβάνω]] ύψος» — υψώνομαι, αυξάνομαι<br />γ. «[[λαμβάνω]] [[τέλος]]» ή «[[λαμβάνω]] [[πέρας]]» — [[φθάνω]] στο [[τέλος]], [[τελειώνω]]<br />δ. «[[λαμβάνω]] την [[ανάγκη]]» — [[χρειάζομαι]]<br />ε. «[[λαμβάνω]] τα όπλα» — [[προσφεύγω]] στα όπλα<br />στ. «[[λαμβάνω]] [[δόξα]][ν]» — δοξάζομαι<br />ζ. «[[λαμβάνω]] [[σάρκα]] και οστά» — πραγματώνομαι, εκπληρώνομαι ή εμφανίζομαι για πρώτη [[φορά]]<br />η. «[[λαμβάνω]] την [[ευχαρίστηση]]» ή «[[λαμβάνω]] την [[καλοσύνη]]» — ευαρεστούμαι, [[προθυμοποιούμαι]], προσφέρομαι να... θ. «[[λαμβάνω]] σύζυγο[ν]» — παντρεύομαι<br />ι. «[[λαμβάνω]] [[τροπή]] [καλή, αίσια ή κακή]» — τρέπομαι, [[αρχίζω]] να [[πηγαίνω]] [καλά ή [[κακά]]]<br />ια. «[[λαμβάνω]] πλήρωμαν» — συμπληρώνομαι<br />ιβ. «[[λαμβάνω]] [[συμβούλιον]]» — [[συνεδριάζω]]<br />ιγ. «[[λαμβάνω]] λήθην» — [[λησμονώ]]<br />ιδ. «[[λαμβάνω]] εν [[γαστρί]]» — [[μένω]] [[έγκυος]]<br />ιε. «[[λαμβάνω]] καρδίαν» ή «[[λαμβάνω]] θυμόν» — [[παίρνω]] [[θάρρος]]<br />ιστ. «[[λαμβάνω]] πείραν τινος» — [[δοκιμάζω]]<br />ιζ. «[[λαμβάνω]] φόβον» ή «[[λαμβάνω]] [[δέος]]» — [[φοβάμαι]]<br />ιη. «[[λαμβάνω]] νόσον» — [[αρρωσταίνω]])<br /><b>7.</b> <b>παροιμ. φρ.</b> α) «μολών λαβέ» — λέγεται ως [[απάντηση]] σε κάποιον που απαιτεί [[κάτι]] [[συνήθως]] αδικαιολόγητα<br />β) «οὐκ ἄν λάβοις παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος» — λέγεται σε περιπτώσεις που [[κάποιος]] δεν έχει να δώσει αυτό που του ζητούν<br />γ) «μάχαιραν ἔδωκας μάχαιραν θὰ λάβης» — αυτοί που βλάπτουν τους άλλους θα υποστούν [[ζημιά]] αντίστοιχη με τη [[βλάβη]] που προξένησαν<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>1.</b> (ο τ. [[λαβαίνω]]) βλάπτομαι σωματικά ή πνευματικά<br /><b>2.</b> (το απρμφ. αορ. ενάρθρως) το [[λαβείν]]<br />α) (ως [[λογιστικός]] όρος) η [[πίστωση]], σε [[αντιδιαστολή]] με το [[δούναι]], τη [[χρέωση]]<br />β) <b>φρ.</b> «έχω [[δούναι]] και [[λαβείν]] [[μαζί]] του» — έχουμε δοσοληψίες<br /><b>3.</b> <b>φρ.</b> α) «[[λαμβάνω]] την άγουσαν [[προς]]...» — κατευθύνομαι [[προς]]...<br />β) «[[λαμβάνω]] τα [[επίχειρα]] της κακίας μου» — τιμωρούμαι για τις κακές μου πράξεις<br />γ) «[[λαμβάνω]] [[μέρος]]» — [[συμμετέχω]]<br />δ) «[[λαμβάνω]] το [[μέρος]] κάποιου» — [[υποστηρίζω]] κάποιον, [[παίρνω]] το [[μέρος]] του<br />ε) «[[λαμβάνω]] [[μέτρα]]» — [[προνοώ]] για [[κάτι]]<br />στ) «[[λαμβάνω]] τα [[μέτρα]] μου» — προφυλάσσομαι αμυντικά από ενδεχόμενο κίνδυνο<br />ζ) «[[λαμβάνω]] τον κόπο» — [[υποβάλλω]] τον εαυτό μου σε μικρό κόπο για να ευχαριστήσω κάποιον<br />η) «[[λαμβάνω]] την [[τόλμη]]» ή «[[λαμβάνω]] το [[θάρρος]]» ή «[[λαμβάνω]] την [[τιμή]]» — λέγονται ως φιλοφρονητικές φράσεις [[συνήθως]] σε [[ένδειξη]] σεβασμού<br />θ) «[[λαμβάνω]] τον λόγο» — [[αρχίζω]] να [[μιλώ]]<br />ι) «[[λαμβάνω]] [[γνώση]]» — [[μαθαίνω]], πληροφορούμαι ή ενημερώνομαι για [[κάτι]]<br />ια) «λαμβάνει [[χώρα]]» — γίνεται, συμβαίνει<br /><b>νεοελλ.-μσν.</b><br /><b>φρ.</b> «[[λαμβάνω]] υπ' όψιν μου» ή «[[λαμβάνω]] εις διάνοιαν» ή «[[λαμβάνω]] εις νουν» ή «[[λαμβάνω]] [[κατά]] νουν» — [[προσέχω]] ιδιαίτερα<br /><b>μσν.</b><br /><b>1.</b> (για τη γη) [[σκεπάζω]]<br /><b>2.</b> (για [[κείμενο]]) [[αναφέρω]], [[μαρτυρώ]]<br /><b>3.</b> [[διενεργώ]], [[πραγματοποιώ]]<br /><b>4.</b> (για [[αποτέλεσμα]] αριθμητικής) [[εξάγω]]<br /><b>5.</b> <b>φρ.</b> α) «[[λαμβάνω]] τὴν [[βαλβίδα]]» — [[τερματίζω]]<br />β) «τὸ δὸς καὶ λαβέ» — αμοιβαία χτυπήματα<br />γ) «[[δίδω]] καὶ [[λαμβάνω]]» — [[αγωνίζομαι]]<br />δ) «[[λαμβάνω]] καιροῡ» ή «λαμβάνομαι καιροῡ» — [[εκμεταλλεύομαι]] την [[περίσταση]]<br />ε) «μὲ λαμβάνει ἡ ὥρα» — έρχεται η ώρα του θανάτου<br />(μσν. -αρχ.)<br /><b>1.</b> [[παίρνω]] με τη βία, [[αρπάζω]] («οἱ δὲ ἄν Πὲρσαι ἐπελθόντες λάβεσκον τὰ πρόβατα», <b>Ηρόδ.</b>)<br /><b>2.</b> [[συλλαμβάνω]], [[αιχμαλωτίζω]] («ζητῶν τὸν αὐτόχειρα τοῦ φόνου λαβεῑν», <b>Σοφ.</b>)<br /><b>3.</b> (ενεργ. και μέσ.) [[κατακτώ]], [[υποτάσσω]], [[γίνομαι]] [[κύριος]] («ἀρχῆς λαβέσθαι καὶ κράτους τυραννικοῡ», <b>Σοφ.</b>)<br /><b>4.</b> <b>μτφ.</b> για [[θεότητα]] ή για [[πάθος]]) [[καταλαμβάνω]], [[κυριεύω]] (α. «ἡμῑν γὰρ καταγελᾱτε... ὅτι βακχεύομεν καὶ ἡμέας ὁ θεὸς λαμβάνει», <b>Ηρόδ.</b><br />β. «ἄτιμόν τι αὐτῷ ἔδοξεν [[εἶναι]] καὶ [[ἄχος]] αὐτὸν ἔλαβεν», <b>Ξεν.</b>)<br /><b>5.</b> (για νόσο) [[προσβάλλω]], [[επιπίπτω]] («καὶ τῶν ὀφθαλμῶν ἐρυθήματα καὶ [[φλόγωσις]] ἐλάμβανε», <b>Θουκ.</b>)<br /><b>6.</b> [[παίρνω]] κάποιον [[μαζί]] μου («ὁ οὖν Ἰούδας λαβὼν τὴν σπεῑραν καὶ ἐκ τῶν ἀρχιερέων καὶ Φαρισαίων ὑπηρέτας», ΚΔ)<br /><b>7.</b> (σχετικά με [[ένδυμα]]) [[φορώ]] («τὴν δὲ στολὴν ἀποθέμενος τὴν Σκυθικὴν λάβεσκε ἄν [[Ελληνίδα]] ἐσθῆτα», <b>Ηρόδ.</b>)<br /><b>8.</b> [[εκλαμβάνω]] [[κάτι]] με έναν τρόπο («ὀργῇ δ' ἅμα καὶ φόβῳ τὸ [[γεγονός]] λαμβάνοντες», <b>Πλούτ.</b>)<br /><b>9.</b> [[επιχειρώ]], [[αναλαμβάνω]] («καὶ παλαισμάτων λάβε [[φροντίδα]]», <b>Πίνδ.</b>)<br /><b>10.</b> [[επιτυγχάνω]] [[κάτι]] («καὶ [[πάντα]] ὅσα ἐὰν αἰτήσητε ἐν τῇ προσευχῇ πιστεύοντες λήψεσθε», ΚΔ)<br /><b>11.</b> [[δέχομαι]] σε γάμο, παντρεύομαι («δοκέων αὐτὴν μᾱλλον λάμψεσθαι, ἤν ταῡτα ποιήσῃ», <b>Ηρόδ.</b>)<br /><b>12.</b> <b>φρ.</b> «[[λαμβάνω]] [[δίκην]]» — τιμωρούμαι<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> [[πιάνω]] επ' αυτοφώρω («κἄν λάβης ἐψευσμένον», <b>Σοφ.</b>)<br /><b>2.</b> (για [[τόπο]]) βρίσκομαι («[[ὅκως]] ἄν τὸ [[στρατόπεδον]] ίδρυμένον [[κατά]] νώτου λάβοι», <b>Ηρόδ.</b>)<br /><b>3.</b> [[αντιλαμβάνομαι]] με τις αισθήσεις ή με τον νου<br /><b>4.</b> [[μαθαίνω]]<br /><b>5.</b> (στη [[λογική]]) [[παίρνω]] [[κάτι]] ως δεδομένο, [[παραδέχομαι]] («ὅπαν [[ζῷον]] λαμβάνει, ἢ θνητὸν ἢ ἀθάνατον», <b>Αριστοτ.</b>)<br /><b>6.</b> [[καθορίζω]], [[προσδιορίζω]], [[εκτιμώ]]<br /><b>7.</b> [[επισύρω]] [[εναντίον]] μου («γέλωτ' ἐν κακοῑς μωρίαν τε λήψομαι», <b>Ευρ.</b>)<br /><b>8.</b> [[φιλοξενώ]]<br /><b>9.</b> [[περιέχω]], [[περιλαμβάνω]] («τὸ [[στρατόπεδον]] πεζοὺς μὲν λαμβάνει περὶ τετρακοσίους», <b>Πολ.</b>)<br /><b>10.</b> [[παίρνω]] [[άδεια]] να [[κάνω]] [[κάτι]]<br /><b>11.</b> [[χρησιμοποιώ]], [[μεταχειρίζομαι]] («οὐ λήψῃ τὸ [[ὄνομα]] κυρίου τοῦ θεοῡ σου ἐπὶ ματαίῳ», ΠΔ)<br /><b>12.</b> <b>μέσ.</b> <i>λαμβάνομαι</i><br />α) [[επιπλήττω]], [[επιτιμώ]] («ταχὺ γάρ σου λάβοιτ' ἄν τις τῶν παρ' ἡμῶν», <b>Πλάτ.</b>)<br />β) [[καταφεύγω]], [[φθάνω]] («αἱ μὲν [[[νῆες]]] Δήλου λαβόμεναι αἱ πλείους [[μετά]] Κλεάρχου», <b>Θουκ.</b>)<br /><b>13.</b> <b>παθ.</b> [[μυούμαι]], [[γίνομαι]] [[μύστης]] («τοὺς ἐς τὰ τῆς τέχνης εἰλημμένους», Ιπποκρ.)<br /><b>14.</b> <b>φρ.</b> α) «λαμβάνομαι ἐμαυτοῦ» — [[συγκρατώ]] τον εαυτό μου, [[είμαι]] [[κύριος]] του [[εαυτού]] μου<br />β) «[[λαμβάνω]] [[δίκην]]» — [[τιμωρώ]], εκδικούμαι<br />γ) «λαμβάνομαι χαλεπῶς» — φέρομαι βάναυσα, κακομεταχειρίζομαι<br />δ) «λαμβάνειν πίστει καὶ ὁρκίοισι» — [[δένω]] κάποιον με όρκους.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Ο [[ενεστωτικός]] τ. [[λαμβάνω]] σχηματίστηκε [[υστερογενώς]] από τον αόρ. <i>ἔ</i>-<i>λαβ</i>-<i>ον</i> / <i>λαβ</i>-<i>εῖν</i>, με έρρινο [[ένθημα]] (-<i>μ</i>- <span style="color: red;"><</span> -<i>ν</i>-) και σχηματιστικό [[μόρφημα]] -<i>άνω</i> (<b>[[πρβλ]].</b> [[μανθάνω]]: <i>ἔμαθον</i>). Το θ. <i>λαβ</i>- του <i>ἔλαβον</i> ανάγεται σε (<i>σ</i>)<i>λăβ</i>- (<span style="color: red;"><</span> ΙΕ [[ρίζα]] (<i>s</i>)<i>lag</i><sup>w</sup>- «[[πιάνω]], [[αρπάζω]]», <b>[[πρβλ]].</b> [[λάζομαι]], [[λάβρος]])<br />την εκτεταμένη [[βαθμίδα]] (<i>λᾱβ</i>- / <i>ληβ</i>·) εμφανίζει ο τ. του μέλλ. <i>λήψομαι</i> (<b>[[πρβλ]].</b> και [[λῆψις]], [[λῆμμα]]). Ο τ. του παρακμ. <i>εἴληφα</i> <span style="color: red;"><</span> <i>σεσλᾱφ</i>-, με σίγηση του -<i>σ</i>- και [[αντέκταση]] (το -<i>φ</i>- του θ. κατ' [[επίδραση]] ενός θ. <i>λαφ</i>- που απαντά στο [[λάφυρο]] και στο [[ἀμφιλαφής]]). Η [[ψίλωση]] του <i>εἴληφα</i> [[αντί]] <i>εἵλειφα</i> (<span style="color: red;"><</span> <i>hειλᾱφ</i>-) λόγω ανομοιώσεως τών δασέων ([[νόμος]] του Graffmann). Ο τ. [[λαββάνω]] <span style="color: red;"><</span> [[λαμβάνω]], με [[αφομοίωση]], ενώ ο μσν. και ο νεοελλ. τ. [[λαβαίνω]] σχηματίστηκε υποχωρητικά από τον αόρ. <i>ἔλαβα</i> (<b>[[πρβλ]].</b> [[λαγχάνω]]: [[λαχαίνω]], [[τυγχάνω]]: [[τυχαίνω]]).<br /><b><span style="color: brown;">ΠΑΡ.</span></b> [[λαβή]], [[λαβίδα]](-<i>ίς</i>), [[λήμμα]], [[λήψη]] (-<i>ις</i>), [[ληπτός]].<br /><b><span style="color: brown;">ΣΥΝΘ.</span></b> [[αναλαμβάνω]], [[απολαμβάνω]], [[διαλαμβάνω]], [[εκλαμβάνω]], [[επαναλαμβάνω]], [[καταλαμβάνω]], [[μεταλαμβάνω]], [[παραλαμβάνω]], [[περιλαμβάνω]], [[προκαταλαμβάνω]], [[προλαμβάνω]], [[προσλαμβάνω]], [[συλλαμβάνω]], [[συμπαραλαμβάνω]], [[υπολαμβάνω]]<br /><b>αρχ.</b><br />[[αμφιλαμβάνω]], <i>ανταναλαμβάνω</i>, [[ανταπολαμβάνω]], [[αντεπιλαμβάνομαι]], [[αντικαταλαμβάνω]], [[αντιπεριλαμβάνω]], <i>αποδιαλάμβάνω</i>, <i>αποκαταλαμβάνω</i>, [[διεκλαμβάνω]], [[εγκαταλαμβάνω]], <i>ελλαμβάνω</i>, [[εναπολαμβάνω]], <i>ενδιαλαμβάνω</i>, <i>εξαναλαμβάνω</i>, [[επικαταλαμβάνω]], <i>επιλαμβάνω</i>, [[επισυλλαμβάνω]], [[μεταπαραλαμβάνω]], [[περικαταλαμβάνω]], [[περισυγκαταλαμβάνομαι]], [[προαναλαμβάνω]], [[προαπολαμβάνω]], [[προπαραλαμβάνω]], [[προσαναλαμβάνω]], [[προσαντιλαμβάνομαι]], [[προσαπολαμβάνω]], [[προσεπιλαμβάνω]], [[προσκαταλαμβάνω]], [[προσπαραλαμβάνω]], [[προσσυλλαμβάνω]], [[προσυπολαμβάνω]], [[προϋπολαμβάνω]], [[συγκαταλαμβάνω]], [[συμμεταλαμβάνω]], [[συναναλαμβάνω]], [[συναντιλαμβάνομαι]], [[συναπολαμβάνω]], [[συνδιαλαμβάνω]], [[συνεκλαμβάνω]], [[συνεπιλαμβάνω]], [[συνυπολαμβάνω]], [[υπαναλαμβάνω]], [[υποδιαλαμβάνω]]<br /><b>νεοελλ.</b><br />[[ανακαταλαμβάνω]], [[αντιλαμβάνομαι]], [[εμπεριλαμβάνω]], <i>επαναπροσλαμβάνω</i>, [[επιλαμβάνομαι]], [[προδιαλαμβάνω]], [[προσυλλαμβάνω]], [[συμπεριλαμβάνω]].
|mltxt=και [[λαβαίνω]] (AM [[λαμβάνω]], Α και [[λαββάνω]], Μ και λαβάνω και [[λαβαίνω]])<br /><b>1.</b> [[παίρνω]] [[κάτι]] στα χέρια μου ή [[πιάνω]] [[κάτι]] με τα χέρια μου και το [[κρατώ]] (α. «λήψῃ δὲ [[μοσχάριον]] ἐκ βοῶν ἕν... καὶ ἄρτους ἀζύμους πεφυραμένους ἐν ἐλαίω», ΠΔ<br />β. «χείρεσσι λαβὼν περιμήκεα κοντόν», <b>Ομ. Οδ.</b>)<br /><b>2.</b> [[δέχομαι]] [[κάτι]] που μού δίνεται, που μού προσφέρεται ή που μού εμπιστεύεται [[κάποιος]], [[παραλαμβάνω]] (α. «λάβετε, φάγετε τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου», ΚΔ<br />β. «δεν έχω λάβει [[γράμμα]] του εδώ και [[τρεις]] μήνες» γ. «βούλει τῶν ταλάντων ἔν λαβὼν σιωπᾱν», <b>Αριστοφ.</b>)<br /><b>3.</b> (με λέξεις που δηλώνουν [[τροφή]], [[ποτό]] ή [[φάρμακο]]) [[τρώγω]] ή [[πίνω]] («ὅτε οὖν ἔλαβεν τὸ [[ὄξος]] ὁ Ἰησοῡς εἶπε τετέλεσται», ΚΔ)<br /><b>4.</b> [[αποκομίζω]] [[κέρδος]], όφελος ή [[εισόδημα]], [[κερδίζω]] (α. «πόσα έλαβες από την [[υπόθεση]];» β. «[[οἷον]] [[κλέος]] ἔλλαβε δῑος Ὀρέστης», <b>Ομ. Οδ.</b><br />γ. «λαμβάνων οὔτ' [[οἶνον]], οὔτ' ἄλλ' οὐδὲν ἐκ τοῦ χωρίου», <b>Αριστοφ.</b>)<br /><b>5.</b> [[εισπράττω]] (α. «πόσα έχω να [[λαβαίνω]];» β. «προσῆλθον oἱ τὰ δίδραχμα λαμβάνοντες», ΚΔ)<br /><b>6.</b> χρησιμοποιείται [[συνήθως]] σε περιφράσεις [[αντί]] για μονολεκτικά ρήματα (α. «[[λαμβάνω]] όνομα» ή «[[λαμβάνω]] [[επωνυμία]][ν]» — ονομάζομαι, επονομάζομαι<br />β. «[[λαμβάνω]] ύψος» — υψώνομαι, αυξάνομαι<br />γ. «[[λαμβάνω]] [[τέλος]]» ή «[[λαμβάνω]] [[πέρας]]» — [[φθάνω]] στο [[τέλος]], [[τελειώνω]]<br />δ. «[[λαμβάνω]] την [[ανάγκη]]» — [[χρειάζομαι]]<br />ε. «[[λαμβάνω]] τα όπλα» — [[προσφεύγω]] στα όπλα<br />στ. «[[λαμβάνω]] [[δόξα]][ν]» — δοξάζομαι<br />ζ. «[[λαμβάνω]] [[σάρκα]] και οστά» — πραγματώνομαι, εκπληρώνομαι ή εμφανίζομαι για πρώτη [[φορά]]<br />η. «[[λαμβάνω]] την [[ευχαρίστηση]]» ή «[[λαμβάνω]] την [[καλοσύνη]]» — ευαρεστούμαι, [[προθυμοποιούμαι]], προσφέρομαι να... θ. «[[λαμβάνω]] σύζυγο[ν]» — παντρεύομαι<br />ι. «[[λαμβάνω]] [[τροπή]] [καλή, αίσια ή κακή]» — τρέπομαι, [[αρχίζω]] να [[πηγαίνω]] [καλά ή [[κακά]]]<br />ια. «[[λαμβάνω]] πλήρωμαν» — συμπληρώνομαι<br />ιβ. «[[λαμβάνω]] [[συμβούλιον]]» — [[συνεδριάζω]]<br />ιγ. «[[λαμβάνω]] λήθην» — [[λησμονώ]]<br />ιδ. «[[λαμβάνω]] εν [[γαστρί]]» — [[μένω]] [[έγκυος]]<br />ιε. «[[λαμβάνω]] καρδίαν» ή «[[λαμβάνω]] θυμόν» — [[παίρνω]] [[θάρρος]]<br />ιστ. «[[λαμβάνω]] πείραν τινος» — [[δοκιμάζω]]<br />ιζ. «[[λαμβάνω]] φόβον» ή «[[λαμβάνω]] [[δέος]]» — [[φοβάμαι]]<br />ιη. «[[λαμβάνω]] νόσον» — [[αρρωσταίνω]])<br /><b>7.</b> <b>παροιμ. φρ.</b> α) «μολών λαβέ» — λέγεται ως [[απάντηση]] σε κάποιον που απαιτεί [[κάτι]] [[συνήθως]] αδικαιολόγητα<br />β) «οὐκ ἄν λάβοις παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος» — λέγεται σε περιπτώσεις που [[κάποιος]] δεν έχει να δώσει αυτό που του ζητούν<br />γ) «μάχαιραν ἔδωκας μάχαιραν θὰ λάβης» — αυτοί που βλάπτουν τους άλλους θα υποστούν [[ζημιά]] αντίστοιχη με τη [[βλάβη]] που προξένησαν<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>1.</b> (ο τ. [[λαβαίνω]]) βλάπτομαι σωματικά ή πνευματικά<br /><b>2.</b> (το απρμφ. αορ. ενάρθρως) το [[λαβείν]]<br />α) (ως [[λογιστικός]] όρος) η [[πίστωση]], σε [[αντιδιαστολή]] με το [[δούναι]], τη [[χρέωση]]<br />β) <b>φρ.</b> «έχω [[δούναι]] και [[λαβείν]] [[μαζί]] του» — έχουμε δοσοληψίες<br /><b>3.</b> <b>φρ.</b> α) «[[λαμβάνω]] την άγουσαν [[προς]]...» — κατευθύνομαι [[προς]]...<br />β) «[[λαμβάνω]] τα [[επίχειρα]] της κακίας μου» — τιμωρούμαι για τις κακές μου πράξεις<br />γ) «[[λαμβάνω]] [[μέρος]]» — [[συμμετέχω]]<br />δ) «[[λαμβάνω]] το [[μέρος]] κάποιου» — [[υποστηρίζω]] κάποιον, [[παίρνω]] το [[μέρος]] του<br />ε) «[[λαμβάνω]] [[μέτρα]]» — [[προνοώ]] για [[κάτι]]<br />στ) «[[λαμβάνω]] τα [[μέτρα]] μου» — προφυλάσσομαι αμυντικά από ενδεχόμενο κίνδυνο<br />ζ) «[[λαμβάνω]] τον κόπο» — [[υποβάλλω]] τον εαυτό μου σε μικρό κόπο για να ευχαριστήσω κάποιον<br />η) «[[λαμβάνω]] την [[τόλμη]]» ή «[[λαμβάνω]] το [[θάρρος]]» ή «[[λαμβάνω]] την [[τιμή]]» — λέγονται ως φιλοφρονητικές φράσεις [[συνήθως]] σε [[ένδειξη]] σεβασμού<br />θ) «[[λαμβάνω]] τον λόγο» — [[αρχίζω]] να [[μιλώ]]<br />ι) «[[λαμβάνω]] [[γνώση]]» — [[μαθαίνω]], πληροφορούμαι ή ενημερώνομαι για [[κάτι]]<br />ια) «λαμβάνει [[χώρα]]» — γίνεται, συμβαίνει<br /><b>νεοελλ.-μσν.</b><br /><b>φρ.</b> «[[λαμβάνω]] υπ' όψιν μου» ή «[[λαμβάνω]] εις διάνοιαν» ή «[[λαμβάνω]] εις νουν» ή «[[λαμβάνω]] [[κατά]] νουν» — [[προσέχω]] ιδιαίτερα<br /><b>μσν.</b><br /><b>1.</b> (για τη γη) [[σκεπάζω]]<br /><b>2.</b> (για [[κείμενο]]) [[αναφέρω]], [[μαρτυρώ]]<br /><b>3.</b> [[διενεργώ]], [[πραγματοποιώ]]<br /><b>4.</b> (για [[αποτέλεσμα]] αριθμητικής) [[εξάγω]]<br /><b>5.</b> <b>φρ.</b> α) «[[λαμβάνω]] τὴν [[βαλβίδα]]» — [[τερματίζω]]<br />β) «τὸ δὸς καὶ λαβέ» — αμοιβαία χτυπήματα<br />γ) «[[δίδω]] καὶ [[λαμβάνω]]» — [[αγωνίζομαι]]<br />δ) «[[λαμβάνω]] καιροῡ» ή «λαμβάνομαι καιροῡ» — [[εκμεταλλεύομαι]] την [[περίσταση]]<br />ε) «μὲ λαμβάνει ἡ ὥρα» — έρχεται η ώρα του θανάτου<br />(μσν. -αρχ.)<br /><b>1.</b> [[παίρνω]] με τη βία, [[αρπάζω]] («οἱ δὲ ἄν Πὲρσαι ἐπελθόντες λάβεσκον τὰ πρόβατα», <b>Ηρόδ.</b>)<br /><b>2.</b> [[συλλαμβάνω]], [[αιχμαλωτίζω]] («ζητῶν τὸν αὐτόχειρα τοῦ φόνου λαβεῑν», <b>Σοφ.</b>)<br /><b>3.</b> (ενεργ. και μέσ.) [[κατακτώ]], [[υποτάσσω]], [[γίνομαι]] [[κύριος]] («ἀρχῆς λαβέσθαι καὶ κράτους τυραννικοῡ», <b>Σοφ.</b>)<br /><b>4.</b> <b>μτφ.</b> για [[θεότητα]] ή για [[πάθος]]) [[καταλαμβάνω]], [[κυριεύω]] (α. «ἡμῑν γὰρ καταγελᾱτε... ὅτι βακχεύομεν καὶ ἡμέας ὁ θεὸς λαμβάνει», <b>Ηρόδ.</b><br />β. «ἄτιμόν τι αὐτῷ ἔδοξεν [[εἶναι]] καὶ [[ἄχος]] αὐτὸν ἔλαβεν», <b>Ξεν.</b>)<br /><b>5.</b> (για νόσο) [[προσβάλλω]], [[επιπίπτω]] («καὶ τῶν ὀφθαλμῶν ἐρυθήματα καὶ [[φλόγωσις]] ἐλάμβανε», <b>Θουκ.</b>)<br /><b>6.</b> [[παίρνω]] κάποιον [[μαζί]] μου («ὁ οὖν Ἰούδας λαβὼν τὴν σπεῑραν καὶ ἐκ τῶν ἀρχιερέων καὶ Φαρισαίων ὑπηρέτας», ΚΔ)<br /><b>7.</b> (σχετικά με [[ένδυμα]]) [[φορώ]] («τὴν δὲ στολὴν ἀποθέμενος τὴν Σκυθικὴν λάβεσκε ἄν [[Ελληνίδα]] ἐσθῆτα», <b>Ηρόδ.</b>)<br /><b>8.</b> [[εκλαμβάνω]] [[κάτι]] με έναν τρόπο («ὀργῇ δ' ἅμα καὶ φόβῳ τὸ [[γεγονός]] λαμβάνοντες», <b>Πλούτ.</b>)<br /><b>9.</b> [[επιχειρώ]], [[αναλαμβάνω]] («καὶ παλαισμάτων λάβε [[φροντίδα]]», <b>Πίνδ.</b>)<br /><b>10.</b> [[επιτυγχάνω]] [[κάτι]] («καὶ [[πάντα]] ὅσα ἐὰν αἰτήσητε ἐν τῇ προσευχῇ πιστεύοντες λήψεσθε», ΚΔ)<br /><b>11.</b> [[δέχομαι]] σε γάμο, παντρεύομαι («δοκέων αὐτὴν μᾱλλον λάμψεσθαι, ἤν ταῡτα ποιήσῃ», <b>Ηρόδ.</b>)<br /><b>12.</b> <b>φρ.</b> «[[λαμβάνω]] [[δίκην]]» — τιμωρούμαι<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> [[πιάνω]] επ' αυτοφώρω («κἄν λάβης ἐψευσμένον», <b>Σοφ.</b>)<br /><b>2.</b> (για [[τόπο]]) βρίσκομαι («[[ὅκως]] ἄν τὸ [[στρατόπεδον]] ίδρυμένον [[κατά]] νώτου λάβοι», <b>Ηρόδ.</b>)<br /><b>3.</b> [[αντιλαμβάνομαι]] με τις αισθήσεις ή με τον νου<br /><b>4.</b> [[μαθαίνω]]<br /><b>5.</b> (στη [[λογική]]) [[παίρνω]] [[κάτι]] ως δεδομένο, [[παραδέχομαι]] («ὅπαν [[ζῷον]] λαμβάνει, ἢ θνητὸν ἢ ἀθάνατον», <b>Αριστοτ.</b>)<br /><b>6.</b> [[καθορίζω]], [[προσδιορίζω]], [[εκτιμώ]]<br /><b>7.</b> [[επισύρω]] [[εναντίον]] μου («γέλωτ' ἐν κακοῑς μωρίαν τε λήψομαι», <b>Ευρ.</b>)<br /><b>8.</b> [[φιλοξενώ]]<br /><b>9.</b> [[περιέχω]], [[περιλαμβάνω]] («τὸ [[στρατόπεδον]] πεζοὺς μὲν λαμβάνει περὶ τετρακοσίους», <b>Πολ.</b>)<br /><b>10.</b> [[παίρνω]] [[άδεια]] να [[κάνω]] [[κάτι]]<br /><b>11.</b> [[χρησιμοποιώ]], [[μεταχειρίζομαι]] («οὐ λήψῃ τὸ [[ὄνομα]] κυρίου τοῦ θεοῡ σου ἐπὶ ματαίῳ», ΠΔ)<br /><b>12.</b> <b>μέσ.</b> <i>λαμβάνομαι</i><br />α) [[επιπλήττω]], [[επιτιμώ]] («ταχὺ γάρ σου λάβοιτ' ἄν τις τῶν παρ' ἡμῶν», <b>Πλάτ.</b>)<br />β) [[καταφεύγω]], [[φθάνω]] («αἱ μὲν ([[νῆες]]) Δήλου λαβόμεναι αἱ πλείους [[μετά]] Κλεάρχου», <b>Θουκ.</b>)<br /><b>13.</b> <b>παθ.</b> [[μυούμαι]], [[γίνομαι]] [[μύστης]] («τοὺς ἐς τὰ τῆς τέχνης εἰλημμένους», Ιπποκρ.)<br /><b>14.</b> <b>φρ.</b> α) «λαμβάνομαι ἐμαυτοῦ» — [[συγκρατώ]] τον εαυτό μου, [[είμαι]] [[κύριος]] του [[εαυτού]] μου<br />β) «[[λαμβάνω]] [[δίκην]]» — [[τιμωρώ]], εκδικούμαι<br />γ) «λαμβάνομαι χαλεπῶς» — φέρομαι βάναυσα, κακομεταχειρίζομαι<br />δ) «λαμβάνειν πίστει καὶ ὁρκίοισι» — [[δένω]] κάποιον με όρκους.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Ο [[ενεστωτικός]] τ. [[λαμβάνω]] σχηματίστηκε [[υστερογενώς]] από τον αόρ. <i>ἔ</i>-<i>λαβ</i>-<i>ον</i> / <i>λαβ</i>-<i>εῖν</i>, με έρρινο [[ένθημα]] (-<i>μ</i>- <span style="color: red;"><</span> -<i>ν</i>-) και σχηματιστικό [[μόρφημα]] -<i>άνω</i> (<b>[[πρβλ]].</b> [[μανθάνω]]: <i>ἔμαθον</i>). Το θ. <i>λαβ</i>- του <i>ἔλαβον</i> ανάγεται σε (<i>σ</i>)<i>λăβ</i>- (<span style="color: red;"><</span> ΙΕ [[ρίζα]] (<i>s</i>)<i>lag</i><sup>w</sup>- «[[πιάνω]], [[αρπάζω]]», <b>[[πρβλ]].</b> [[λάζομαι]], [[λάβρος]])<br />την εκτεταμένη [[βαθμίδα]] (<i>λᾱβ</i>- / <i>ληβ</i>·) εμφανίζει ο τ. του μέλλ. <i>λήψομαι</i> (<b>[[πρβλ]].</b> και [[λῆψις]], [[λῆμμα]]). Ο τ. του παρακμ. <i>εἴληφα</i> <span style="color: red;"><</span> <i>σεσλᾱφ</i>-, με σίγηση του -<i>σ</i>- και [[αντέκταση]] (το -<i>φ</i>- του θ. κατ' [[επίδραση]] ενός θ. <i>λαφ</i>- που απαντά στο [[λάφυρο]] και στο [[ἀμφιλαφής]]). Η [[ψίλωση]] του <i>εἴληφα</i> [[αντί]] <i>εἵλειφα</i> (<span style="color: red;"><</span> <i>hειλᾱφ</i>-) λόγω ανομοιώσεως τών δασέων ([[νόμος]] του Graffmann). Ο τ. [[λαββάνω]] <span style="color: red;"><</span> [[λαμβάνω]], με [[αφομοίωση]], ενώ ο μσν. και ο νεοελλ. τ. [[λαβαίνω]] σχηματίστηκε υποχωρητικά από τον αόρ. <i>ἔλαβα</i> (<b>[[πρβλ]].</b> [[λαγχάνω]]: [[λαχαίνω]], [[τυγχάνω]]: [[τυχαίνω]]).<br /><b><span style="color: brown;">ΠΑΡ.</span></b> [[λαβή]], [[λαβίδα]](-<i>ίς</i>), [[λήμμα]], [[λήψη]] (-<i>ις</i>), [[ληπτός]].<br /><b><span style="color: brown;">ΣΥΝΘ.</span></b> [[αναλαμβάνω]], [[απολαμβάνω]], [[διαλαμβάνω]], [[εκλαμβάνω]], [[επαναλαμβάνω]], [[καταλαμβάνω]], [[μεταλαμβάνω]], [[παραλαμβάνω]], [[περιλαμβάνω]], [[προκαταλαμβάνω]], [[προλαμβάνω]], [[προσλαμβάνω]], [[συλλαμβάνω]], [[συμπαραλαμβάνω]], [[υπολαμβάνω]]<br /><b>αρχ.</b><br />[[αμφιλαμβάνω]], <i>ανταναλαμβάνω</i>, [[ανταπολαμβάνω]], [[αντεπιλαμβάνομαι]], [[αντικαταλαμβάνω]], [[αντιπεριλαμβάνω]], <i>αποδιαλάμβάνω</i>, <i>αποκαταλαμβάνω</i>, [[διεκλαμβάνω]], [[εγκαταλαμβάνω]], <i>ελλαμβάνω</i>, [[εναπολαμβάνω]], <i>ενδιαλαμβάνω</i>, <i>εξαναλαμβάνω</i>, [[επικαταλαμβάνω]], <i>επιλαμβάνω</i>, [[επισυλλαμβάνω]], [[μεταπαραλαμβάνω]], [[περικαταλαμβάνω]], [[περισυγκαταλαμβάνομαι]], [[προαναλαμβάνω]], [[προαπολαμβάνω]], [[προπαραλαμβάνω]], [[προσαναλαμβάνω]], [[προσαντιλαμβάνομαι]], [[προσαπολαμβάνω]], [[προσεπιλαμβάνω]], [[προσκαταλαμβάνω]], [[προσπαραλαμβάνω]], [[προσσυλλαμβάνω]], [[προσυπολαμβάνω]], [[προϋπολαμβάνω]], [[συγκαταλαμβάνω]], [[συμμεταλαμβάνω]], [[συναναλαμβάνω]], [[συναντιλαμβάνομαι]], [[συναπολαμβάνω]], [[συνδιαλαμβάνω]], [[συνεκλαμβάνω]], [[συνεπιλαμβάνω]], [[συνυπολαμβάνω]], [[υπαναλαμβάνω]], [[υποδιαλαμβάνω]]<br /><b>νεοελλ.</b><br />[[ανακαταλαμβάνω]], [[αντιλαμβάνομαι]], [[εμπεριλαμβάνω]], <i>επαναπροσλαμβάνω</i>, [[επιλαμβάνομαι]], [[προδιαλαμβάνω]], [[προσυλλαμβάνω]], [[συμπεριλαμβάνω]].
}}
}}
{{lsm
{{lsm
Line 44: Line 44:
}}
}}
{{etym
{{etym
|etymtx=Grammatical information: v.<br />Meaning: [[take]], [[grasp]] (see on [[ἀγρέω]]), (psothom.)<br />Other forms: Aor. [[λαβεῖν]] (Il.), redupl. midd. <b class="b3">λελα-βέσθαι</b> (δ 388), pass. [[λαφθῆναι]] (Ion.), [[ληφθῆναι]] (Att.), [[λημφθῆναι]] (hell.); fut. [[λάψομαι]] (Ion.), <b class="b3">λά[μ]ψεται</b> (Alc., Hamm Grammatik 145), <b class="b3">λαψῃ̃</b> 2. sg. (Dor.), [[λήψομαι]] (Att.), [[λήμψομαι]] (hell.); perf. [[εἴληφα]] (Att.), [[εἴλαφα]] (Dor.), [[λελάβηκα]] (Ion. Dor. Arc., also Att.), midd. [[εἴλημμαι]] (Att.), [[λέλημμαι]] (trag.), [[λέλαμμαι]], [[λελάφθαι]] (Ion.),<br />Compounds: very often with prefix in diff. meanings, <b class="b3">ἀνα-</b>, <b class="b3">κατα-</b>, <b class="b3">ἐπι-</b>, <b class="b3">παρα-</b>, <b class="b3">περι-</b>, <b class="b3">συν-</b>, <b class="b3">ὑπο-</b>.<br />Derivatives: Very many derivv., many technical words with specific meanings: A. From [[λαβεῖν]]: 1. [[λαβή]] <b class="b2">grip, point of application etc.</b>' (Alc. [[[λάβα]]], Ion. Att.), of the compp. e. g. [[συλλαβή]] `<b class="b2">grip, syllable etc.</b> (A., Att.); [[λαβίς]] f. `[[grip]], [[cramp]], [[tweezers]] (hell.) with [[λαβίδιον]] (Dsc., Gal.), <b class="b3">ἀντι-</b>, <b class="b3">κατα-</b>, <b class="b3">περι-λαβεύς</b> <b class="b2">handgrip of a shield, peg etc.</b> (H., medic.; cf. Boßhardt 81), [[λάβιον]] [[grip]] (Str.), [[ἀπολάβειον]] [[cramp]] (Ph. Bel.). 2. <b class="b3">-λάβος</b> in compp. as <b class="b3">ἐργο-λάβ-ος</b> m. [[untertaker]] with <b class="b3">-έω</b>, <b class="b3">-ία</b> (Att., hell.). 3. <b class="b3">-λαβής</b> e. g. <b class="b3">εὑ-λαβ-ής</b> (: <b class="b3">εὑ λαβεῖν</b>) [[careful]] with <b class="b3">-έομαι</b>, <b class="b3">-εια</b> (IA.; lit. s. [[θρησκεύω]], also Kerényi Byz.-Neugr. Jbb. 8, 306ff.). 4. [[ΛhαβΕτος]] PN (Att. epigr.). - B. From full-grade forms ([[λήψομαι]], [[ληφθῆναι]]): 1. [[λῆμμα]] (<b class="b3">ἀνά-</b> λαμβάνω etc.) `[[taking in]], [[accept]] (Att. ). 2. [[λῆψις]] (<b class="b3">ἀνά-</b> λαμβάνω etc.), hell. [[λῆμψις]] <b class="b2">capture, apprehension, attack of a disease</b> (Hp., Att.), <b class="b3">ἀπό-</b>, <b class="b3">διά-λαμψις</b> = <b class="b3">ἀπό-</b>, <b class="b3">διά-ληψις</b> (Mytil., Kyme a. o.). 3. <b class="b3">-λη(μ)πτωρ</b>, e. g. <b class="b3">συλ-λήπ-τωρ</b> with <b class="b3">συλλήπτρ-ια</b> [[participant]], [[assistant]] (Att.). 4. <b class="b3">ἀνα-</b>, <b class="b3">κατα-ληπ-τήρ</b> [[scoop]] resp. [[clamp]] (hell.), <b class="b3">ἀνα- ληπτρ-ίς</b> f. [[connection]] (Gal.). 5. <b class="b3">παρα- λή(μ)π-της</b> [[tax-collector]] (hell.), <b class="b3">προσωπο-λήπ-της</b> [[who looks after the person]] (NT). 6. [[ληπτικός]] `[[receptive]] (Arist.), further in comp., e. g. [[ἐπιληπτικός]] `[[epileptic]]' (:[[ἐπίληψις]], Hp.). 7. <b class="b3">συλ-λήβ-δην</b> adv. [[taken together]] (Thgn., A.). - On [[λάβρος]] s. v.; on <b class="b3">ἀμφι-λαφής</b> s. [[λάφυρον]].<br />Origin: IE [Indo-European] [958] <b class="b2">*sleh₂gʷ-?</b> [[take]], [[grasp]]<br />Etymology: From Aegin. [[λhαβών]], Att.[[ΛhαβΕτος]] and [[εἴληφα]] (and also hom. <b class="b3">ἔ-λλαβον</b>) we see IE. <b class="b2">sl-</b>; the Hom. present [[λάζομαι]], for which [[λαμβάνω]] was an innovation (Schwyzer 699 f.; metr. uneasy? Kuiper Nasalpräs. 156) shows IE. [[gʷ]]; basis therefore IE. <b class="b2">*slagʷ-</b>. The aspiration in [[εἴληφα]] can be secondary (vgl. Schwyzer 772); perhaps another verb for [[grasp]] (s. [[λάφυρον]]) was involved; also some other formes were influenced by it. the zero grade must be secondary, <b class="b2">*sl̥h₂-</b> would hav got long [[α]].<br />See also: Weiteres s. [[λάζομαι]] und [[λάφυρον]].
|etymtx=Grammatical information: v.<br />Meaning: [[take]], [[grasp]] (see on [[ἀγρέω]]), (psothom.)<br />Other forms: Aor. [[λαβεῖν]] (Il.), redupl. midd. <b class="b3">λελα-βέσθαι</b> (δ 388), pass. [[λαφθῆναι]] (Ion.), [[ληφθῆναι]] (Att.), [[λημφθῆναι]] (hell.); fut. [[λάψομαι]] (Ion.), <b class="b3">λά[μ]ψεται</b> (Alc., Hamm Grammatik 145), <b class="b3">λαψῃ̃</b> 2. sg. (Dor.), [[λήψομαι]] (Att.), [[λήμψομαι]] (hell.); perf. [[εἴληφα]] (Att.), [[εἴλαφα]] (Dor.), [[λελάβηκα]] (Ion. Dor. Arc., also Att.), midd. [[εἴλημμαι]] (Att.), [[λέλημμαι]] (trag.), [[λέλαμμαι]], [[λελάφθαι]] (Ion.),<br />Compounds: very often with prefix in diff. meanings, <b class="b3">ἀνα-</b>, <b class="b3">κατα-</b>, <b class="b3">ἐπι-</b>, <b class="b3">παρα-</b>, <b class="b3">περι-</b>, <b class="b3">συν-</b>, <b class="b3">ὑπο-</b>.<br />Derivatives: Very many derivv., many technical words with specific meanings: A. From [[λαβεῖν]]: 1. [[λαβή]] <b class="b2">grip, point of application etc.</b>' (Alc. ([[λάβα]]), Ion. Att.), of the compp. e. g. [[συλλαβή]] `<b class="b2">grip, syllable etc.</b> (A., Att.); [[λαβίς]] f. `[[grip]], [[cramp]], [[tweezers]] (hell.) with [[λαβίδιον]] (Dsc., Gal.), <b class="b3">ἀντι-</b>, <b class="b3">κατα-</b>, <b class="b3">περι-λαβεύς</b> <b class="b2">handgrip of a shield, peg etc.</b> (H., medic.; cf. Boßhardt 81), [[λάβιον]] [[grip]] (Str.), [[ἀπολάβειον]] [[cramp]] (Ph. Bel.). 2. <b class="b3">-λάβος</b> in compp. as <b class="b3">ἐργο-λάβ-ος</b> m. [[untertaker]] with <b class="b3">-έω</b>, <b class="b3">-ία</b> (Att., hell.). 3. <b class="b3">-λαβής</b> e. g. <b class="b3">εὑ-λαβ-ής</b> (: <b class="b3">εὑ λαβεῖν</b>) [[careful]] with <b class="b3">-έομαι</b>, <b class="b3">-εια</b> (IA.; lit. s. [[θρησκεύω]], also Kerényi Byz.-Neugr. Jbb. 8, 306ff.). 4. [[ΛhαβΕτος]] PN (Att. epigr.). - B. From full-grade forms ([[λήψομαι]], [[ληφθῆναι]]): 1. [[λῆμμα]] (<b class="b3">ἀνά-</b> λαμβάνω etc.) `[[taking in]], [[accept]] (Att. ). 2. [[λῆψις]] (<b class="b3">ἀνά-</b> λαμβάνω etc.), hell. [[λῆμψις]] <b class="b2">capture, apprehension, attack of a disease</b> (Hp., Att.), <b class="b3">ἀπό-</b>, <b class="b3">διά-λαμψις</b> = <b class="b3">ἀπό-</b>, <b class="b3">διά-ληψις</b> (Mytil., Kyme a. o.). 3. <b class="b3">-λη(μ)πτωρ</b>, e. g. <b class="b3">συλ-λήπ-τωρ</b> with <b class="b3">συλλήπτρ-ια</b> [[participant]], [[assistant]] (Att.). 4. <b class="b3">ἀνα-</b>, <b class="b3">κατα-ληπ-τήρ</b> [[scoop]] resp. [[clamp]] (hell.), <b class="b3">ἀνα- ληπτρ-ίς</b> f. [[connection]] (Gal.). 5. <b class="b3">παρα- λή(μ)π-της</b> [[tax-collector]] (hell.), <b class="b3">προσωπο-λήπ-της</b> [[who looks after the person]] (NT). 6. [[ληπτικός]] `[[receptive]] (Arist.), further in comp., e. g. [[ἐπιληπτικός]] `[[epileptic]]' (:[[ἐπίληψις]], Hp.). 7. <b class="b3">συλ-λήβ-δην</b> adv. [[taken together]] (Thgn., A.). - On [[λάβρος]] s. v.; on <b class="b3">ἀμφι-λαφής</b> s. [[λάφυρον]].<br />Origin: IE [Indo-European] [958] <b class="b2">*sleh₂gʷ-?</b> [[take]], [[grasp]]<br />Etymology: From Aegin. [[λhαβών]], Att.[[ΛhαβΕτος]] and [[εἴληφα]] (and also hom. <b class="b3">ἔ-λλαβον</b>) we see IE. <b class="b2">sl-</b>; the Hom. present [[λάζομαι]], for which [[λαμβάνω]] was an innovation (Schwyzer 699 f.; metr. uneasy? Kuiper Nasalpräs. 156) shows IE. [[gʷ]]; basis therefore IE. <b class="b2">*slagʷ-</b>. The aspiration in [[εἴληφα]] can be secondary (vgl. Schwyzer 772); perhaps another verb for [[grasp]] (s. [[λάφυρον]]) was involved; also some other formes were influenced by it. the zero grade must be secondary, <b class="b2">*sl̥h₂-</b> would hav got long [[α]].<br />See also: Weiteres s. [[λάζομαι]] und [[λάφυρον]].
}}
}}
{{mdlsj
{{mdlsj