3,274,216
edits
m (Text replacement - " τοῑς " to " τοῖς ") |
m (Text replacement - "μετὰ" to "μετὰ") |
||
Line 14: | Line 14: | ||
}} | }} | ||
{{ls | {{ls | ||
|lstext='''κόχλος''': -ου, ὁ, ὀστρακόδερμον | |lstext='''κόχλος''': -ου, ὁ, ὀστρακόδερμον μετὰ κοχλιοειδοῦς ὀστράκου ἐν χρήσει πρὸς παρασκευὴν τῆς πορφύρας, Λατ. murex, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 4. 4, 1, κ. ἀλλ., Ἀνθ. Π. 5. 228· [[ἐνίοτε]] ἐν χρήσει ὡς [[σάλπιγξ]], ὡς τὸ Λατ. concha, Εὐρ. Ι. Τ. 303, Θεόκρ. 22. 75, Μόσχ. 2. 120· ― [[ὡσαύτως]] θηλ., Ἀπολλ. Ρόδ. Γ. 859, Ναυμάχ. παρὰ Στοβ. τ. 93. 23, Παυσ. 3. 21, 6. 2) τῆς ξηρᾶς [[κοχλίας]], «σιαλίγκαρος», Ἀριστ. π. Θαυμασ. 164. ― Πρβλ. [[κόλχος]]. (Συγγενὲς ταῖς λ. [[κάλχη]], [[κόγχη]], [[κόγχος]].) | ||
}} | }} | ||
{{bailly | {{bailly |