συμβατικῶς
French (Bailly abrégé)
adv.
avec des dispositions conciliantes.
Étymologie: συμβατικός.
Russian (Dvoretsky)
συμβᾰτικῶς: примирительно: σ. ἔχειν Plut. быть склонным к примирению.
adv.
avec des dispositions conciliantes.
Étymologie: συμβατικός.
συμβᾰτικῶς: примирительно: σ. ἔχειν Plut. быть склонным к примирению.