Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μαρτυροποιώ

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

μαρτυροποιώ, -έω (Α)
1. παρέχω μαρτυρία
2. μέσ. μαρτυροποιοῡμαι, -έομαι
α) καλώ κάποιον για μαρτυρία
β) βεβαιώνω ενόρκως.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μάρτυς + ποιῶ, μέσω ενός αμάρτυρου μαρτυροποιός].