Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πρόσδενδρος

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K
Full diacritics: πρόσδενδρος Medium diacritics: πρόσδενδρος Low diacritics: πρόσδενδρος Capitals: ΠΡΟΣΔΕΝΔΡΟΣ
Transliteration A: prósdendros Transliteration B: prosdendros Transliteration C: prosdendros Beta Code: pro/sdendros

English (LSJ)

ον,

   A attached to trees, of creeping plants, Thphr.CP2.18.2.

Greek (Liddell-Scott)

πρόσδενδρος: -ον, ὁ εἰς δένδρα προσκολλώμενος, ἐπὶ ἑρπυστικῶν φυτῶν, Θεοφρ. π. Φυτ. Αἰτ. 2. 18, 2.

Greek Monolingual

-ον, Α
(για ερπυστικά φυτά) αυτός που προσκολλάται σε δένδρο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < προσ- + -δενδρος (< δένδρον), πρβλ. κατά-δενδρος].