Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀναχαλκεύω

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: ἀναχαλκεύω Medium diacritics: ἀναχαλκεύω Low diacritics: αναχαλκεύω Capitals: ΑΝΑΧΑΛΚΕΥΩ
Transliteration A: anachalkeúō Transliteration B: anachalkeuō Transliteration C: anachalkeyo Beta Code: a)naxalkeu/w

English (LSJ)

   A forge anew, τὰς πύλας Ps.-Callisth.3.29.

Greek (Liddell-Scott)

ἀναχαλκεύω: χαλκεύω ἐκ νέου, κατεργάζομαι ἐπὶ μετάλλων, «τῶν δὲ ἥλων τοὺς μὲν εἰς τὴν ἰδίαν περικεφαλαίαν ἀνεχάλκευσε» Ἀλεξ. Μον. 4064Β. - ἐν γένει, ἀνακαινίζω, ἀνανεῶ, «ἵνα ἀναχαλκεύσῃ πρὸς ἀφθαρσίαν τοὺς τῷ θανάτῳ κατεσχημένους», Κύριλλ.

Spanish (DGE)

1 refundir ἀνδριάντα Chrys.M.62.351.
2 fig. restablecer, renovar ἵνα τὴν ἀνθρώπου φύσιν ἀναχαλκεύσῃ πρὸς ἀφθαρσίαν Cyr.Al.M.69.1228B
fig. devolver la vida, resusucitar Cosm.Ind.Top.3.18.

Greek Monolingual

(AM ἀναχαλκεύω)
(για μέταλλα) χαλκεύω, κατεργάζομαι πάλι
μσν.
ανακαινίζω, ανανεώνω.