ἐκκαθαίρω: Difference between revisions

4
(10)
(4)
Line 33: Line 33:
{{grml
{{grml
|mltxt=[[ἐκκαθαίρω]] (AM)<br /><b>1.</b> [[καθαρίζω]] εντελώς<br /><b>2.</b> [[απαλλάσσω]] κάποιον από κάποιον ή από [[κάτι]] («πονηρίας ἐκκαθαρθῆναι τὴν πόλιν»)<br /><b>3.</b> [[εξαγνίζω]]<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> [[καθαρίζω]] [[κάτι]] από ξένες ουσίες<br /><b>2.</b> (για δάνεια) [[τακτοποιώ]], [[εξοφλώ]]<br /><b>3.</b> [[εκβάλλω]].
|mltxt=[[ἐκκαθαίρω]] (AM)<br /><b>1.</b> [[καθαρίζω]] εντελώς<br /><b>2.</b> [[απαλλάσσω]] κάποιον από κάποιον ή από [[κάτι]] («πονηρίας ἐκκαθαρθῆναι τὴν πόλιν»)<br /><b>3.</b> [[εξαγνίζω]]<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> [[καθαρίζω]] [[κάτι]] από ξένες ουσίες<br /><b>2.</b> (για δάνεια) [[τακτοποιώ]], [[εξοφλώ]]<br /><b>3.</b> [[εκβάλλω]].
}}
{{lsm
|lsmtext='''ἐκκᾰθαίρω:''' μέλ. <i>-κᾰθᾰρῶ</i>, [[καθαρίζω]] εντελώς.<br /><b class="num">1.</b> με αιτ. του πράγμ. που καθαρίζεται, [[καθαρίζω]] τάφρους κ.λπ., σε Ομήρ. Ιλ.· <i>χθόνα ἐκκαθαίρει κνωδάλων</i>, καθαρίζει, απαλλάσσει αυτή τη [[χώρα]] από τέρατα, σε Αισχύλ. — Παθ., καθαρίζομαι εντελώς, εξαγνίζομαι, σε Ξεν.<br /><b class="num">2.</b> με αιτ. που δηλώνει την [[ακαθαρσία]] που έχει αφαιρεθεί, [[ξεκαθαρίζω]], σε Πλάτ.
}}
}}