díctamo: Difference between revisions

From LSJ

στεφανηφορήσας καὶ ἱερατεύσας → having worn the crown and having had the priesthood

Source
(CSV import)
mNo edit summary
 
Line 1: Line 1:
{{esel
{{esel
|sltx=[[βαίτιον]], [[βελουλκός]], [[βλήχων]], [[δίκταμνον]], [[δίκταμον]], [[δίψακος]], [[δικταμνοειδής]], [[δορκάδιον]], [[ἀγριοβλησκούνιον]], [[ἀγριοφλησκούνι]], [[ἀγριοφλησκούνιον]], [[ἀγριοφλισκούνι]], [[ἀρτεμίδιον]], [[ἀρτεμιδήιον]], [[ἐλαιοτόκος]]
|sltx=[[βαίτιον]], [[βελουλκός]], [[γλήχων ἀγρία]], [[δίκταμνον]], [[δίκταμον]], [[δίψακος]], [[δικταμνοειδής]], [[δορκάδιον]], [[ἀγριοβλησκούνιον]], [[ἀγριοφλησκούνι]], [[ἀγριοφλησκούνιον]], [[ἀγριοφλισκούνι]], [[ἀρτεμίδιον]], [[ἀρτεμιδήιον]], [[ἐλαιοτόκος]]
}}
}}

Latest revision as of 11:00, 15 October 2023