τύρβα: Difference between revisions

491 bytes added ,  29 September 2017
42
(6_6)
(42)
Line 15: Line 15:
{{ls
{{ls
|lstext='''τύρβᾰ''': Ἐπίρρ., ([[τύρβη]]) pêle-mêle, [[συγκεχυμένως]], [[ἀναμίξ]], ὗς... τρέπουσα τύρβ’ ἄνω [[κάτω]] Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 321. 8· [[ὡσαύτως]] [[σύρβα]], Ἡσύχ., [[ὅστις]] ἑρμηνεύει τὴν λέξιν «[[μετὰ]] θορύβου», πρβλ. Φώτ. ἐν λέξ. [[συρβηνεύς]].
|lstext='''τύρβᾰ''': Ἐπίρρ., ([[τύρβη]]) pêle-mêle, [[συγκεχυμένως]], [[ἀναμίξ]], ὗς... τρέπουσα τύρβ’ ἄνω [[κάτω]] Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 321. 8· [[ὡσαύτως]] [[σύρβα]], Ἡσύχ., [[ὅστις]] ἑρμηνεύει τὴν λέξιν «[[μετὰ]] θορύβου», πρβλ. Φώτ. ἐν λέξ. [[συρβηνεύς]].
}}
{{grml
|mltxt=και [[σύρβα]] Α<br /><b>επίρρ.</b><br /><b>1.</b> ανάμικτα, ανάκατα, συγκεχυμένα<br /><b>2.</b> <i>([[κατά]] τον <b>Ησύχ.</b>)</i> «[[μετὰ]] θορύβου».<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> [[τύρβη]] / [[σύρβη]] «[[σύγχυση]]» <span style="color: red;">+</span> επιρρμ. κατάλ. -<i>α</i> (<b>πρβλ.</b> [[σάφα]])].
}}
}}