μειδάω: Difference between revisions

m
Text replacement - "<b>πρβλ.</b>" to "πρβλ."
mNo edit summary
m (Text replacement - "<b>πρβλ.</b>" to "πρβλ.")
Line 35: Line 35:
}}
}}
{{grml
{{grml
|mltxt=(ΑM [[μειδιῶ]], [[μειδιάω]])<br /><b>1.</b> [[γελώ]] μόνο με [[σύσπαση]] τών χειλιών μου [[χωρίς]] ήχο γέλιου, [[χαμογελώ]]<br /><b>2.</b> <b>μτφ.</b> έχω ευχάριστη ή χαρούμενη όψη ή έχω [[διάθεση]] ευνοϊκή [[απέναντι]] σε κάποιον («η [[τύχη]] άρχισε να μού μειδιά»)<br /><b>νεοελλ.</b><br />[[χαμογελώ]] ειρωνικά («[[μόλις]] διάβασε το [[γράμμα]] μειδίασε»).<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Το ρ. <i>μειδιῶ</i> ανάγεται σε ΙΕ [[ρίζα]] <i>smei</i>- «[[χαμογελώ]]» [για το <i>s</i>- της ρίζας <b>[[πρβλ]].</b> <i>φιλομ</i>(<i>μ</i>)<i>μειδής</i> <span style="color: red;"><</span> <i>φιλοσμειδής</i>] και συνδέεται με: αρχ. ινδ. <i>smayate</i>, -<i>ti</i> «[[χαμογελώ]]», λεττον. <i>smeju</i> «[[χαμογελώ]]», αρχ. σλαβ. <i>sm</i><i>ě</i><i>jọse</i>, <i>smijatise</i> «[[γελώ]]», τοχαρ. Β' <i>smi</i>-<i>mare</i>, λατ. <i>m</i><i>ī</i><i>rus</i> «[[θαυμαστός]]» (<b>[[πρβλ]].</b> αγγλ. <i>smile</i>). Ανερμήνευτη [[ωστόσο]] παραμένει η [[παρουσία]] οδοντικού συμφώνου <i>smeid</i>- στην Ελληνική, [[καθώς]] δεν εμφανίζεται σε [[καμιά]] [[άλλη]] ΙΕ [[γλώσσα]], [[εκτός]] ίσως από το λεττον. <i>smaida</i> «[[χαμογελώ]]». Το ρ. [[μειδιάω]], -<i>ιῶ</i> απαντά στον Όμηρο μόνο στη [[μετοχή]] <i>μειδ</i>-<i>ιόων</i>, -<i>ιόωσα</i>, [[μορφή]] προσαρμοσμένη μετρικά για τις ανάγκες του έπους.<br /><b><span style="color: brown;">ΠΑΡ.</span></b> [[μειδίαμα]], [[μειδιαστικός]]<br /><b>αρχ.</b><br />[[μειδίασις]], [[μειδιασμός]].<br /><b><span style="color: brown;">ΣΥΝΘ.</span></b> (Β' συνθετικό) [[επιμειδιώ]], [[προσμειδιώ]], [[υπομειδιώ]]<br /><b>αρχ.</b><br /><i>διαμειδιώ</i>, [[εμμειδιώ]], [[καταμειδιώ]], [[συνεπιμειδιώ]]].
|mltxt=(ΑM [[μειδιῶ]], [[μειδιάω]])<br /><b>1.</b> [[γελώ]] μόνο με [[σύσπαση]] τών χειλιών μου [[χωρίς]] ήχο γέλιου, [[χαμογελώ]]<br /><b>2.</b> <b>μτφ.</b> έχω ευχάριστη ή χαρούμενη όψη ή έχω [[διάθεση]] ευνοϊκή [[απέναντι]] σε κάποιον («η [[τύχη]] άρχισε να μού μειδιά»)<br /><b>νεοελλ.</b><br />[[χαμογελώ]] ειρωνικά («[[μόλις]] διάβασε το [[γράμμα]] μειδίασε»).<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Το ρ. <i>μειδιῶ</i> ανάγεται σε ΙΕ [[ρίζα]] <i>smei</i>- «[[χαμογελώ]]» [για το <i>s</i>- της ρίζας [[πρβλ]]. <i>φιλομ</i>(<i>μ</i>)<i>μειδής</i> <span style="color: red;"><</span> <i>φιλοσμειδής</i>] και συνδέεται με: αρχ. ινδ. <i>smayate</i>, -<i>ti</i> «[[χαμογελώ]]», λεττον. <i>smeju</i> «[[χαμογελώ]]», αρχ. σλαβ. <i>sm</i><i>ě</i><i>jọse</i>, <i>smijatise</i> «[[γελώ]]», τοχαρ. Β' <i>smi</i>-<i>mare</i>, λατ. <i>m</i><i>ī</i><i>rus</i> «[[θαυμαστός]]» ([[πρβλ]]. αγγλ. <i>smile</i>). Ανερμήνευτη [[ωστόσο]] παραμένει η [[παρουσία]] οδοντικού συμφώνου <i>smeid</i>- στην Ελληνική, [[καθώς]] δεν εμφανίζεται σε [[καμιά]] [[άλλη]] ΙΕ [[γλώσσα]], [[εκτός]] ίσως από το λεττον. <i>smaida</i> «[[χαμογελώ]]». Το ρ. [[μειδιάω]], -<i>ιῶ</i> απαντά στον Όμηρο μόνο στη [[μετοχή]] <i>μειδ</i>-<i>ιόων</i>, -<i>ιόωσα</i>, [[μορφή]] προσαρμοσμένη μετρικά για τις ανάγκες του έπους.<br /><b><span style="color: brown;">ΠΑΡ.</span></b> [[μειδίαμα]], [[μειδιαστικός]]<br /><b>αρχ.</b><br />[[μειδίασις]], [[μειδιασμός]].<br /><b><span style="color: brown;">ΣΥΝΘ.</span></b> (Β' συνθετικό) [[επιμειδιώ]], [[προσμειδιώ]], [[υπομειδιώ]]<br /><b>αρχ.</b><br /><i>διαμειδιώ</i>, [[εμμειδιώ]], [[καταμειδιώ]], [[συνεπιμειδιώ]]].
}}
}}