Ὥς ἐστ' ἄπιστος (ἄπιστον) ἡ γυναικεία φύσις → Muliebris o quam sexus est infida res → Wie unverlässlich ist die weibliche Natur
Proconnesian, of Proconnesus
Προκοννήσιος (?) v. Ἀριστέας.
Προκοννήσιος: проконнесский Her.