Ἰδίας νόμιζε τῶν φίλων τὰς συμφοράς → Tuas amicus crede amici miserias → Betracht' als eignes deiner Freunde Missgeschick
adj.
P. and V. μέγας, μέγιστος, ὑπερφυής (Aesch., Frag.). P. ὑπερμεγεθής, Ar. ὑπέρμεγας. Ironically: Ar. πελώριος; see vast.