αἰσυμνάω
English (LSJ)
Dor. αἰσιμνάω,
A rule over, αἰσυμνᾷ χθονός E.Med.19; preside over, μολπῶν SIG57.1 (Miletus); generally, rule, οὐ δίκαια αἰ. Call.Iamb.1.162. 2 hold office of αἰσυμνήτης (q. v.), GDI3053 (Chalcedon), 5632 (Teos); at Naxos, IG12(9).223 (Eretria, iii B. C.).
Greek (Liddell-Scott)
αἰσυμνάω: ἄρχω, κρατῶ, κυβερνῶ, αἰσυμνᾷ χθονός, Εὐρ. Μήδ. 19· αἰσυμνῶντες, Ἐπιγρ. Μεγάρ. 3054· πρβλ. αἰσυμνήτης, ΙΙ. αἰσυμνητεία.
French (Bailly abrégé)
-ῶ :
seul. prés.
régner sur, commander à, gén..
Étymologie: αἶσα.