αφάρτερος

From LSJ

ἐν ἐμοὶ αὐτῇ στήθεσι πάλλεται ἦτορ ἀνὰ στόμα → my heart beats up to my throat

Source

Greek Monolingual

ἀφάρτερος, -α, -ον (Α) ἄφαρ
γρηγορότερος, περισσότερα ευκίνητος.