ή, όν,
A capable of being preserved, ὑγίεια Alex.Aphr.Febr.22.
-ή, -όν, Α φυλάσσω1. αυτός που μπορεί να περιφρουρηθεί, να προστατευτεί («φυλακτὸν ἡ ὑγεία», Αλέξ. Αφρ.)2. αυτός τον οποίον αξίζει κανείς να φυλάγει, να προσέχει, αξιόλογος.