ἀκροβελίς

Revision as of 11:09, 25 August 2023 by Spiros (talk | contribs) (LSJ1 replacement)

English (LSJ)

-ίδος, ἡ, (ὀβελός)
A point of dart, Archipp.10.
II = εἶδος ἀκοντίου, Suid.

Spanish (DGE)

-ίδος, ἡ
• Prosodia: [-ῐ-]
1 punta de asador Archipp.9, cf. ἀκροβελίδες· ἄκρα τοῦ ὀβελίτου ἄρτου ἢ τῶν ὀβελίσκων Hsch.
2 cierto dardo Sud.

German (Pape)

[Seite 82] ίδος, ἡ, Spitze des Bratspießes, Archipp. B. A. 371.

Greek (Liddell-Scott)

ἀκροβελίς: -ίδος, ἡ, ἡ αἰχμὴ βέλους ἢ ὀβελός, «σοῦβλα». Ἄρχιππ. ἐν «Ἡρακλεῖ γαμοῦντι» 3.

Greek Monolingual

ἀκροβελίς (-ίδος), η (AM)
μσν.
1. «τὰ ἄκρα τῶν ὀβελῶν ἢ τοῦ ὀβελίου ἄρτου» (Μέγα Ετυμ.)
2. είδος ακοντίου (Σούδα)
αρχ.
η αιχμή του βέλους.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀκρο- (Ι) + ὀβελός.