ἀδιάζευκτος
English (LSJ)
ον,
A not disjoined, inseparable, Corn.ND14, Iamb.in Nic.pp.15, 107P.; ἕνωσις Procl.in Prm.p.521 S.; indistinguishable, Phld.D.1.19.
Greek (Liddell-Scott)
ἀδιάζευκτος: -ον, ὁ μὴ διεζευγμένος, ἀχώριστος, Κορνοῦτ. π. Θ. Φ. 14, Ἰάμβλ.