ὁμάς
English (LSJ)
άδος, ἡ,
A the whole, πάντες καθ' ὁμάδα all together, Gp.10.2.3 ; ἐν ὁμάδι in one lump sum, Men.Prot.p.15 D. ; but ἐν ὁμάδι τὸ πρᾶγμα διοικούμενον comprehensively, Just.Edict.13Praef.
άδος, ἡ,
A the whole, πάντες καθ' ὁμάδα all together, Gp.10.2.3 ; ἐν ὁμάδι in one lump sum, Men.Prot.p.15 D. ; but ἐν ὁμάδι τὸ πρᾶγμα διοικούμενον comprehensively, Just.Edict.13Praef.