αναφαλαντίας

Greek Monolingual

ἀναφαλαντίας, ο (Α)
αυτός που αρχίζουν να του πέφτουν τα μαλλιά, να γίνεται φαλακρός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ανα- + φαλαντίας < φάλανθος «φαλακρός»].