γωνιακός

English (LSJ)

γωνιακή, γωνιακόν, angular, of, in or at angles, συμβολαί Procl. in Euc.p.129F.; κόσμοι Id.in Ti.1.454D.; ὀδούς Sch.Ar.Pl.1059. Adv. γωνιακῶς, γ. καὶ ἐπιπέδως Procl.in Ti.2.217D.

Spanish (DGE)

-ή, -όν
1 angular συμβολαί Procl.in Euc.129.7, κόσμοι Procl.in Ti.1.454.21
γ. ὀδούς molar Sch.Ar.Pl.1059.
2 adv. -κῶς en forma de ángulo ἔχει πλευρὰς ... γ. καὶ ἐπιπέδως Procl.in Ti.2.217.21.

Greek Monolingual

-ή, -ό
αυτός που βρίσκεται στη γωνία.