και ισάζω και σιάζω και σάζω (ΑΜ ἰσάζω, Μ και ἰσιάζω ἐσιάζω, ἰσιάζω, σιάζω, σάζω)βλ. σιάζω.[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. ισάζω].