ἀκάκουργος

Greek (Liddell-Scott)

ἀκάκουργος: -ον, ὁ μὴ κακοῦργος, ἀγαθός, Κύριλλ. Ἀλεξ. εἰς Σοφ. 1.

German (Pape)

nicht böse, gutmütig, Sp.