Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀγαθός

Ἀλλ’ ἐσθ’ ὁ θάνατος λοῖσθος ἰατρός κακῶν -> But death is the ultimate healer of ills
Sophocles, Fragment 698
Full diacritics: ἀγᾰθός Medium diacritics: ἀγαθός Low diacritics: αγαθός Capitals: ΑΓΑΘΟΣ
Transliteration A: agathós Transliteration B: agathos Transliteration C: agathos Beta Code: a)gaqo/s

English (LSJ)

[ᾰγ], ή, όν, Lacon. ἀγασός Ar.Lys.1301, Cypr. ἀζαθός GDI57:—

   A good:    I of persons,    1 well-born, gentle, opp. κακός, δειλός, οἷά τε τοῖς ἀγαθοῖσι παραδρώωσι χέρηες Od.15.324, cf. Il.1.275; ἀφνειός τ' ἀ. τε Il.13.664, cf. Od.18.276; πατρὸς δ' εἴμ' ἀγαθοῖο, θεὰ δέ με γείνατο μήτηρ Il.21.109, cf. Od.4.611; κακὸς ἐξ ἀ. Thgn.190, cf. 57 sq.; πραῢς ἀστοῖς, οὐ φθονέων ἀγαθοῖς Pi.P. 3.71, cf. 2.96, 4.285; τίς ἂν εὔπατρις ὧδε βλάστοι; οὐδεὶς τῶν ἀ. κτλ. S.El.1082; οἵ τ' ἀ. πρὸς τῶν ἀγενῶν κατανικῶνται Id.Fr.84; τοὺς εὐγενεῖς γὰρ κἀγαθοὺς . . φιλεῖ Ἄρης ἐναίρειν ib.649, cf. E.Alc.600, al.: ἀγαθοὶ καὶ ἐξ ἀγαθῶν Pl.Phdr.274a:—in political sense, aristocrats, esp. in the phrase καλοὶ κἀγαθοί (v. sub καλοκἀγαθός).    2 brave, valiant, since courage was attributed to Chiefs and Nobles, Il.1.131, al.; τῷ κ' ἀγαθὸς μὲν ἔπεφν', ἀγαθὸν δέ κεν ἐξενάριξεν 21.280; cf. Hdt.5.109, etc.    3 good, capable, in reference to ability, ἀ. βασιλεύς Il.3.179; ἰητήρ 2.732; θεράπων 16.165, 17.388; πύκτης Xenoph.2.15; ἰητρός Hp.Prog.1; προβατογνώμων A.Ag. 795; ἄρχοντες Democr.266: freq. with qualifying words, ἀ. ἐν ὑσμίνῃ Il.13.314; βοὴν ἀ. 2.408,563, al.; πύξ Od.11.300; βίην Il.6.478; γνώμην S.OT687; πᾶσαν ἀρετήν Pl.Lg.899b, cf. Alc.1.124e; τέχνην Id.Prt.323b; τὰ πολέμια, τὰ πολιτικά, Hdt.9.122, Pl.Grg.516b, etc.: more rarely c. dat., ἀ. πολέμῳ X.Oec.4.15: with Preps., ἄνδρες ἀ. περὶ τὸ πλῆθος Lys.13.2; εἴς τι Pl.Alc.1.125a; πρός τι Id.R.407e: c. inf., ἀ. μάχεσθαι Hdt.1.136; ἱππεύεσθαι 1.79; ἀ. ἱστάναι good at weighing, Pl.Prt.356b.    4 good, in moral sense, first in Thgn.438, cf. Heraclit.104, S.El.1082, X.Mem.1.7.1, Pl.Ap.41d, etc.; ψυχῆς ἀγαθῆς πατρὶς ὁ ξύμπας κόσμος Democr.247: freq. with other Adjs., ὁ πιστὸς κἀ. S.Tr.541; δικαίων κἀ. ib.1050:—ironical, τὸν ἀ. Κρέοντα Id.Ant.31.    5 ὦ ἀγαθέ, my good friend, as a term of gentle remonstrance, Pl.Prt.311a, etc.    6 ἀ. δαίμων, v. sub δαίμων; ἀ. τύχη, v. sub τύχη; ἀ. θεός = Lat. bona dea, Plu.Caes.9, Cic.19.    II of things,    1 good, serviceable, Ἰθάκη . . ἀ. κουροτρόφος Od.9.27, etc.; ἀ. τοῖς τοκεῦσι, τῇ πόλει X.Cyn.13.17: c. gen., εἴ τι οἶδα πυρετοῦ ἀ. good for it, Id.Mem.3.8.3; ἑλκῶν Thphr.HP9.11.1.    2 of outward circumstances, αἰδὼς οὐκ ἀ. κεχρημένῳ ἀνδρὶ παρεῖναι Od.17.347; εἰπεῖν εἰς ἀγαθόν to good purpose, Il.9.102; ὁ δὲ πείσεται εἰς ἀ. περ for his own good end, 11.789; οὐκ ἀγαθὸν πολυκοιρανίη 2.204:—ἀγαθόν [ἐστι], c. inf., it is good to do so and so, Il.7.282, 24.130, Od.3.196, etc.    3 morally good, πρῆξις Democr.177; ἔργα Emp.112.2, cf. Ep.Rom.2.7, etc.    4 ἀγαθόν, τό, good, blessing, benefit, of persons or things, ὦ μέγα ἀ. σὺ τοῖς φίλοις X.Cyr.5.3.20; φίλον, ὃ μέγιστον ἀ. εἶναί φασι Id.Mem.2.4.2, cf. Ar.Ra.74, etc; as term of endearment for a baby, blessing!, treasure!, Men.Sam.28:— ἀγαθόν τινα δεδρακέναι, πεποιηκέναι confer a benefit on... Th.3.68, Lys.13.92; ἐπ' ἀγαθῷ τινος for one's good, Th.5.27, X.Cyr.7.4.3; ἐπ' ἀ. τοῖς πολίταις Ar.Ra.1487; οὐκ ἐπ' ἀ. for no good end, Th.1.131; ἐπ' οὐδενὶ ἀ. τῆς Ἑλλάδος X.HG5.2.35:—in pl., ἡ ἐπ' ἀγαθοῖς γεναμένη (sic) κατασπορά PFlor.21.10 (iii A.D.):—τὸ ἀ. or τἀ., the good, Epich.171.5, cf. Pl.R.506b, 508e, Arist.Metaph.1091a31, etc.:—in pl., ἀγαθά, τά, goods of fortune, treasures, wealth, Hdt.2.172, Lys.13.91, X.Mem.1.2.63, etc.; ἀγαθὰ πράττειν fare well, Ar.Av.1706; also, good things, dainties, Thgn.1000, Ar.Ach.873, etc.: good qualities, τοῖς ἀ., οἷς ἔχομεν ἐν τῇ ψυχῇ Isoc.8.32, cf. Democr.37; good points, of a horse, εἰ τἄλλα πάντα ἀ. ἔχοι, κακόπους δ' εἴη X.Eq. 1.2.    III Comp. and Sup. are usu. supplied from other stems, viz. Comp. ἀμείνων, ἀρείων, βελτίων, κρείσσων (κάρρων), λωΐων (λὥων), Ep. βέλτερος, λωΐτερος, φέρτερος:—Sup. ἄριστος, βέλτιστος, κράτιστος, λώϊστος (λῷστος), Ep.βέλτατος, κάρτιστος, φέρτατος, φέριστος:— later, reg. Comp. ἀγαθώτερος LXX Jd.11.25, 15.2, D.S.8Fr.12, Plot. 5.5.9, Diod.Rh.p.53.9H.: Sup. ἀγαθώτατος D.S.16.85, Hld.5.15, etc. (-ότατος POxy.1757.26 (ii A.D.)).    IV Adv. usually εὖ, q.v.: ἀγαθῶς Hp.Off.9, Arist.Rh.1388b6, LXX 1 Ki.20.7. (Etym. dub. (ὅτι ἄγει ἡμᾶς ἐπὶ τὸν ὀρθὸν βίον Stoic. 3.49); perh. cognate with ἄγαμαι, hence admirable.)

Greek (Liddell-Scott)

ἀγᾰθός: [ᾰγ], ή, όν, Λακων. ἀγασός. Ἀριστ. Λυσ. 1301 (ἴδ. ἐν τέλ.) - καλός. Λατ. bonus. Ι. Περὶ προσώπων: 1) κατ’ ἀρχάς, = καλός, ἤπιος, εὐγενής, ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὴν καταγωγὴν καὶ κοινωνικὴν τάξιν, καθ’ ὅσον οἱ εὐγενεῖς καὶ οἱ ἐξ εὐγενῶν καταγόμενοι ἀπεκαλοῦντο ἀγαθοὶ ἄνδρες· prud’ hommes, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰς λέξεις κακοί, δειλοὶ (= πρόστυχοι, βάναυσοι κτλ.) οἷά τε τοῖς ἀγαθοῖσι παραδρώωσι χέρηες, Ὀδ. Ο, 324· πρβλ. Ἰλ. Α. 275· ἀφνειός τ’ ἀγαθός τε, Ἰλ. Ν, 664· πρβλ. Ὀδ. Σ. 276· - πατρὸς δ’ εἴμ’ ἀγαθοῖο, θεὰ δέ με γείνατο μήτηρ, Ἰλ. Φ. 109· πρβλ. Ὀδ. Δ, 611. Οὕτως ἐν μεταγ. συγγραφεῦσι: κακὸς ἐξ ἀγαθοῦ, Θέογν. 190· πρβλ. 57. κἑξ.: πραῢς ἀστοῖς, οὐ φθονέων ἀγαθοῖς, Πίνδ. Π. 3, 125· πρβλ. 2, 175, 4. 506· τίς ἂν εὔπατρις ὧδε βλάστοι; οὐδεὶς τῶν ἀγαθῶν κτλ. Σοφοκλ. Ἠλ. 1080· οἵ τ’ ἀγαθοὶ πρὸς τῶν ἀγενῶν κατανικῶνται, ὁ αὐτ. Ἀποσπ. 105· τοὺς εὐγενεῖς γὰρ κἀγαθούς ... φιλεῖ Ἄρης ἐναίρειν, αὐτόθ. 649 καὶ οὕτω τὸ εὐγενὲς γίνεται πλέον ἡ ἰδιότης (γνώρισμα) τῶν ἀγαθῶν, Εὐρ. Ἄλκ. 600· κἑξ. πρβλ. Ἰφ. Αὐλ. 625. Ἀνδρ. 767, Τρῳ. 1254· ἀγαθοὶ καὶ ἐξ ἀγαθῶν, Λατ. boni bonis prognati. Πλάτ. Φαῖδρ. 274Α: - Μὲ ταύτην τὴν ἀρχαιοτάτην σημασίαν συχνάκις συνεδυάζετο ἡ ἔννοια τοῦ πλούτου καὶ τῆς πολιτικῆς δυνάμεως, ἀκριβῶς ὅπως ἐν ταῖς φράσεσι boni καὶ mali cives, optimus quisque ἐν Σαλλουστίῳ καὶ Κικέρωνι. Ἰδίᾳ ἐν τῇ φράσει καλοὶ κἀγαθοὶ (ἴδ. λέξ. καλοκἀγαθός): - Περὶ ταύτης τῆς σημασίας ἴδ. Kortum Hellen. Staatsverf. σ. 14, Welcker Προλεγ. εἰς Θέογν. §10 - 15, 22 κἑξ., καὶ πρβλ. ἐσθλός, χρηστός, ἀμείνων, ἄριστος, βελτίων, βέλτιστος, κακός, χείρων, χερείων, εὐγενής. 2) καλός, ἀνδρεῖος, καθ’ ὅσον τὰ προσόντα ταῦτα ἀπεδίδοντο εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς καὶ τοὺς εὐγενεῖς· ὥστεσημασία αὕτη συμπίπτει μετὰ τῆς πρώτης, Ἰλ. Α. 131, Κ. 559· τῷ κ’ ἀγαθὸς μὲν ἔπεφν’, ἀγαθὸν δέ κεν ἐξενάριξεν, Φ, 280. Πρβλ. Ἡρόδ. 5, 109 κτλ. 3) ἄξιος, ἀναφορικῶς πρὸς τὴν ἱκανότητα ἢ τὸ ἀξίωμα, ἀγ. βασιλεύς, Ἰλ. Γ, 179· ἰητήρ, Β, 732· θεράπων, Π, 165, Ρ. 388, συχν. μετὰ προσδιορισμῶν: ἀγαθὸς ἐν ὑσμίνῃ, Ν, 314· βοὴν ἀγαθός, Β, 408, 563, κτλ. πύξ, Γ, 237, Ὀδ. Λ. 300. βίην, Ἰλ. Ζ, 478. Οὕτως ἐν τῇ Ἀττ. διαλ. γνώμην ἀγ. Σοφ. Ο. Τ. 687· πᾶσαν ἀρετήν, Πλάτ. Νόμ. 899 Β. πρβλ. Ἀλκ. 1. 124Ε. τέχνην, ὁ αὐτ. Πρωτ. 323Β, τὰ πολέμια, τὰ πολιτικά, Ἡρόδ. 9, 122. Πλάτ. Γοργ. 516Β, κτλ. - Σπανιώτερον μετὰ δοτ. ἀγ. πολέμῳ Ξεν. Οἰκ. 4. 15· - Ὡσαύτ. μετὰ προθ., ἀγ. περὶ τὸ πλῆθος, Λυσ. 130, 2· εἴς τι, Πλάτ. Ἀλκ. Ι. 125Α· πρός τι ο αὐτ. Πολ. 407Ε: ― Ὡσαύτ. μετ’ ἀπαρ. ἀγ. μάχεσθαι, Ἡρόδ. 1, 135· ἱππεύεσθαι, 1, 79· ἀγ. ἱστάναι = ἱκανὸς εἰς τὸ σταθμίζειν, ζυγίζειν. Πλάτ. Πρωτ. 356Β. 4) ἀγαθός, ἐπὶ ἠθικῆς ἐννοίας. Κατὰ πρῶτον ἴσως ἐν Θεόγν. 438, ἀλλ’ οὐχὶ συχν. μέχρι τῶν φιλοσόφων συγγραφέων, ὡς τοῦ Πλάτ. Συχνάκις συνδέεται μετ’ ἄλλων ἐπιθέτων, ὁ πιστὸς κἀγ. Σοφ. Τρ. 451· σοφὸς κἀγ. Φιλοκτ. 119· δικαίων κἀγ. αὐτ. 1050, Πρβλ. Ἀντ. 671, κτλ. 5) ὦ ’γαθέ, = καλέ μου φίλε· ὡς ὅρος ἠπίας νουθεσίας, μομφῆς ἢ ἐπιπλήξεως, Πλάτ. Πρωτ. 311Α, 314Δ, κτλ. 6) ἀγαθοῦ δαίμονος, ὡς πρόποσις: «εἰς τιμὴν τοῦ ἀγαθοῦ δαίμονος»: μηδέποτε ... πίοιμ’ ἀκράτου, μισθὸν ἀγαθοῦ δαίμονος, Ἀριστοφ. Σφῆκ. 525. Πρβλ. ἀγαθοδαίμων, τύχη ΙΙ, 3. ― Ὁ ἀγ. δαίμων κατήντησε τίτλος τοῦ Ῥωμαίου Αὐτοκράτορος. ὡς τοῦ Νέρωνος, Συλλογ. Ἐπιγρ. 4699, πρβλ. 3886 (προσθηκ.): ἡ θεὸς ἀγαθὴ ἢ ἀπλῶς Ἀγάθη = ἡ bona dea, Πλουτ. Καῖσ. 9. Κικ. 19. ΙΙ. Περὶ πραγμάτων: 1) καλός, χρήσιμος. Ἰθάκη ... ἀγαθὴ κουροτρόφος, Ὀδ. Ι, 27, κτλ., -ἀγ. τοῖς τοκεῦσι, τῇ πόλει, Ξεν. Κυν. 13, 17. Μετὰ γεν. εἴ τι οἶδα πυρετοῦ ἀγαθὸν = καλὸν διὰ πυρετόν, ὁ αὐτ. Ἀπομν. 3. 8. 3. 2) περὶ ἐξωτερικῶν περιστάσεων, αἰδῶ δ’ οὐκ ἀγαθήν φησ’ ἔμμεναι ἀνδρὶ προΐκτῃ, Ὀδ. Ρ. 352· εἰπεῖν εἰς ἀγαθόν = διὰ καλὸν σκοπόν. Ἰλ. Ι. 102· ὁ δὲ πείσεται εἰς ἀγ. περ. = διὰ καλόν τινα σκοπόν, Λ. 789· μυθεῖτ’ εἰς ἀγαθά, Ψ. 305: ― ἀγαθόν [ἐστι] μετ’ ἀπαρ., = εἶναι καλὸν νὰ ... Ἰλ. Η. 282· Ω, 130. Ὀδ. Γ. 196 καὶ παρ’ Ἀττ. 3) ἀγαθόν, τό· = καλόν τι πρᾶγμα· εὐλογία τις, εὐεργεσία τις καὶ ὠφέλεια· ἐπὶ προσώπου, ὦ μέγα ἀγ. σὺ τοῖς φίλοις, Ξεν. Κύρ. 5, 3, 20· φίλον, ὃ μέγιστον ἀγαθὸν εἶναί φασιν. ὁ αὐτ. Ἀπομν. 2, 4, 2· πρβλ. Ἱερ. 7, 9. Ἀριστοφ. Βατ. 73, κτλ.: ἐπ’ ἀγαθῷ τινος = διὰ τὸ καλόν τινος, Θουκ. 5, 27. Ξεν., ἐπ’ ἀγαθῷ τοῖς πολίταις. Ἀριστ. Βατ. 1487: ― τὸ ἀγαθὸν ἢ τἀγαθόν = τὸ καλόν, τοῦ Κικέρωνος τὸ summum bonum, Πλάτ. Πολ. 506Β, 508Ε, 534C, καὶ ἄλλ.: ― Ὡσαύτ. κατὰ πληθ. ἀγαθά, τά· = τὰ ἀγαθὰ τῆς τύχης, ἀγαθά, πλοῦτος, Ἡρόδ. 2. 172. Λυσ. 138. 32, Ξεν. κτλ., ἀγαθὰ πάσχειν, κτλ., ἀλλ’ ὡσαύτως πράγματα εὐχάριστα, ἁβρὰ λιχνεύματα. Θέογν. 994. Ἀριστοφ. Ἀχ. 873. 982, κτλ., ὡσαύτως: προτερήματα, πλεονεκτήματα· τοῖς ἀγ., οἷς ἔχομεν ἐν τῇ ψυχῇ, Ἰσοκρ. 165D, εἰ τἆλλα πάντα ἀγ. ἔχοι, κακόπους δ’εἴη, περὶ ἵππου. Ξεν. Ἱπ. 1, 2, κτλ. ΙΙΙ. Δὲν ἀπαντῶσι παρὰ τοῖς δοκίμοις Συγγρ. ὁμαλοὶ τύποι παραθέσεως τῆς λέξεως ταύτης· ἀλλ’ ἀντ’ αὐτῶν πολλοὶ ἄλλοι τύποι εἶναι ἐν χρήσει· δηλ. συγκρ. ἀμείνων, ἀρείων, βελτίων, κρείσσων, (κάρρων), λωΐων (λῴων), Ἐπικ. βέλτερος, λωΐτερος, φέρτερος: ― Ὑπερθετ. ἄριστος, βέλτιστος, κράτιστος, λώϊστος (λῷστος), Ἐπικ. βέλτατος, κάρτιστος, φέρτατος, φέριστος. Τὸ ὁμαλ. συγκριτ. ἀγαθώτερος ἀπαντᾷ παρὰ τοῖς Ἑβδ. (Κριτ. ια΄ 25., ιε΄ 2) καὶ ἐν Ἐκκλ. συγγραφεῦσι· τὸ ὑπερθ. ἀγαθώτατος ἐν Διοδ. 16. 85. Ἡλιοδ. 5. 15. Εὐσ., κτλ. IV. ἐπίρρ. συνήθως εὖ· ἀλλ’ ἀγαθῶς ἀπαντᾷ ἐν Ἱππ. Κατ’ Ἰητρεῖον, Ἔκδ. Kühn. τόμ. ΙΙΙ, σ. 52, [35], Ἀριστ. Ῥητ. 2. 11, 1, καὶ Ο΄. (Ἡ συγγένεια μεταξὺ τοῦ ἀγαθὸς καὶ τῶν Τευτονικῶν λέξεων got, gut, good δὲν δύναται νὰ στηριχθῇ, διότι τὸ Ἑλλ. γ ἔπρεπε νὰ παρίσταται διὰ τοῦ Τευτονικοῦ k).

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
bon, de bonne qualité;
I. en parl. de pers. :
1 noble, de bonne naissance : καλοὶ καὶ ἀγαθοὶ ἄνδρες gens de bonne famille (lat. optimates);
2 brave;
3 bon, accompli en son genre : ἀγαθὸς βασιλεύς, θεράπων bon roi, bon serviteur ; βοὴν ἀγαθός IL qui a une voix retentissante ; ἀγαθὸς γνώμην SOPH de bon conseil ; ἀγαθὸς ἐν πολέμῳ XÉN propre à la guerre ; ἀγαθὸς μάχεσθαι HDT propre à combattre;
4 bon au sens mor. : οἱ καλοὶ καὶ ἀγαθοί les bons citoyens ; qqf ironiq. : bon, honnête, simple ; καλὸς κἀγαθός ATT beau et bon, parfait ; ὦ ἀγαθέ, ὦ ’γαθέ ATT mon bon !;
5 favorable, propice, bienveillant en un sens religieux : ἡ θεὸς ἀγαθή PLUT la bonne déesse (lat. bona dea) à Rome ; ἀγαθῂ τύχῃ PLUT à la fortune propice;
II. en parl. de choses;
1 bon, accompli en son genre : δαὶς ἀγαθή OD bon repas ; Ἰθάκη, ἀγαθὴ κουροτρόφος OD Ithaque, bonne nourricière de jeunes garçons;
2 qui convient à, utile à : ἀγαθὸν ἀνδρί OD qui convient à un homme ; qqf avec le gén. : ἀγαθὸν πυρετοῦ XÉN (remède) bon contre la fièvre ; ἀγαθὸν (ἐστί) avec l’inf. il est bon de ; abs. εἰπεῖν ou μυθεῖσθαι εἰς ἀγαθόν IL, εἰς ἀγαθά IL parler pour le bien;
3 propice, favorable : ἀγαθὴ ἡμέρα XÉN jour favorable pour faire qch;
4 prospère, heureux : ἀγαθόν τι πράττειν XÉN prospérer;
III. τὸ ἀγαθόν :
1 bien, bienfait;
2 ce qui est bon, un bien : φίλον, μέγιστον ἀγαθόν XÉN un ami, le plus grand bien ; abs. le bien en soi ; τὰ ἀγαθά, les biens, la fortune, la puissance, les qualités physiques et morales, particul. les biens de la terre;
Cp. et Sp.;
ἀμείνων, sans Sp.
poét. ἀρείων, ἄριστος;
βελτίων, poét. βέλτερος ; βέλτιστος, poét. βέλτατος;
κρείσσων, κράτιστος, poét. κάρτιστος;
λωΐων, att. λῴων, poét. λωΐτερος ; λώϊστος ou λῷστος;
poét. φέρτερος ; poét. φέρτατος et φέριστος.
Étymologie: ἄγαμαι.

English (Autenrieth)

good.—Hence (1) of persons, ‘valiant,’ ‘brave,’ ἢ κακὸς ἢ ἀγαθός, Il. 17.632; ‘skilful,’ ἶητῆρ' ἀγαθώ, Il. 2.732, freq. w. acc. of specification or an adv., βοήν, πύξ.—Often ‘noble’ (cf. optimates), opp. χέρηες, Od. 15.324.— (2) of things, ‘excellent,’ ‘useful,’ etc.; ἀγαθόν τε κακόν τε, ‘blessing and curse,’ Od. 4.237 ; ἀγαθοῖσι γεραίρειν, ‘honor with choice portions,’ Od. 14.441 ; ἀγαθὰ φρονεῖν, ‘wish one well,’ Od. 1.43; ‘be pure-minded,’ Il. 6.162 ; εἰς ἀγαθόν or ἀγαθὰ εἰπεῖν, ‘speak with friendly intent;’ εἰς ἀγ. πείθεσθαι, ‘follow good counsel.’

English (Slater)

ᾰγᾰθός (-ῷ, -όν; -οί, -ῶν, -οῖσι, -οῖς, -οῖσιν: -άν: -ῷ, -όν; -ῶν)
   1 of persons, noble, good
   a adj., distinguished πατέρων ὀρθαὶ φρένες ἐξ ἀγαθῶν (O. 7.91) esp. in physical prowess, ἀγαθοὶ δὲ καὶ σοφοὶ κατὰ δαίμον' ἄνδρες ἐγένοντ (O. 9.28) Πηλεῖ τε κἀγαθῷ Τελαμῶνι (P. 8.100) οὐ θαῦμα σφίσιν ἐγγενὲς ἔμμεν ἀεθληταῖς ἀγαθοῖσιν (N. 10.51) καὶ γὰρ ἡρώων ἀγαθοὶ πολεμισταὶ λόγον ἐκέρδαναν (I. 5.26)
   b m. subs., the noble, esp. of those distinguished by social position and athletic prowess. ἀδύνατα δἔπος ἐκβαλεῖν κραταιὸν ἐν ἀγαθοῖς δόλιον ἀστόν (P. 2.81) ἁδόντα δεἴη με τοῖς ἀγαθοῖς ὁμιλεῖν (P. 2.96) οὐ φθονέων ἀγαθοῖς (P. 3.71) τὰ μὲν ὦν οὐ δύνανται νήπιοι κόσμῳ φέρειν, ἀλλ' ἀγαθοί (P. 3.83) οὐκ ἐρίζων ἀντία τοῖς ἀγαθοῖς (P. 4.285) ἐν δἀγαθοῖσι κεῖται πατρώιαι κεδναὶ πολίων κυβερνάσιες (P. 10.71) ποτίφορος δ' ἀγαθοῖσι μισθὸς οὗτος (N. 7.63) τί φίλτερον κεδνῶν τοκέων ἀγαθοῖς; (I. 1.5) τιμὰ δ' ἀγαθοῖσιν ἀντίκειται (I. 7.26) τὸν αἰνεῖν ἀγαθῷ παρέχει (I. 8.69)
   2 of things, honourable, of honour ὁ δ' ὄλβιος, ὃν φᾶμαι κατέχωντ' ἀγαθαί (O. 7.10) ὕμνος δὲ τῶν ἀγαθῶν ἐργμάτων βασιλεῦσιν ἰσοδαίμονα τεύχει φῶτα (N. 4.83) ἐν λόγοις δ' ἀστῶν ἀγαθοῖσιν ἐπαινεῖσθαι χρεών (Schr.: ἀγαθοῖς μὲν αἰνεῖσθαι codd.: ἀγαθοῖσί μιν αἰνεῖσθαι Mingarelli.) (N. 11.17) ἀντὶ μόχθων παντοδαπῶν ἔπος εἰπόντ' ἀγαθὸν ξυνὸν ὀρθῶσαι καλόν (I. 1.46) χρὴ δ' ἀγαθὰν ἐλπίδ ἀνδρὶ μέλειν (I. 8.15)
   3 add. inf., good ἀγαθαὶ δὲ πέλοντ' ἐν χειμερίᾳ νυκτὶ θοᾶς ἐκ ναὸς ἀπεσκίμφθαι δὔ ἄγκυραι i. e. “useful” (O. 6.100) “ποθέω στρατιᾶς ὀφθαλμὸν ἐμᾶς, ἀμφότερον μάντιν τ' ἀγαθὸν καὶ δουρὶ μάρνασθαι.” (O. 6.17)
   4 n. subs., good, good fortune ἀτειρεῖ σὺν ἀγαθῷ (O. 2.33) esp. in pl., πένθος δὲ πίτνει βαρὺ κρεσσόνων πρὸς ἀγαθῶν (O. 2.24) ἄλλα δ' ἐπ ἄλλον ἔβαν ἀγαθῶν (O. 8.13) ἀλλὰ βροτῶν τὸν μὲν κενεόφρονες αὗχαι ἐξ ἀγαθῶν ἔβαλον (N. 11.30)
   5 dub. ex. [ἀγαθὰ σωτῆρας (codd. Clem. Alex: ἀλαθέας ὥρας ex Hesych. Boeckh.) fr. 30. 6.]

Spanish (DGE)

-ή, -όν

• Alolema(s): lacon. ἀγασός Ar.Lys.1301; chipr. ἀζαθός IChS.220.4 (Idalion IV a.C.), IChS.335.3, Nym.Kafizin 135c, 198 (ambas III a.C.); ἀκαθός Hsch.

• Prosodia: [ᾰγᾰ-]

• Morfología: compar. ἀγαθώτερος LXX Id.11.25, 15.2, D.S.8.12; sup. ἀγαθώτατος D.S.16.85, Hld.5.15.2, Herenn.Phil.Hist.4, PSarap.90.4, ἀγαθέστατε Hyp.Fr.219b, pero normalmente los grados se forman sobre temas diferentes: compar. ἀμείνων, ἀρείων, βελτίων, βέλτερος, κρείσσων, κρείττων, κάρρων, λωΐων, λῴων, λωΐτερος, φέρτερος; sup. ἄριστος, βέλτιστος, βέλτατος, κράτιστος, κάρτιστος, λώϊστος, λῷστος, φέρτατος, φέριστος
A de pers.
I en rel. a proezas o habilidades
1 valiente, esforzado, excelente, bravo, bueno en la guerra ἀγαθός περ ἐών de Aquiles Il.1.131, 19.155, cf. 24.53, de Agamenón Il.1.275, de Zeus Il.15.185, τοῦ δ' ἀγαθοῦ οὔτ' ἂρ τρέπεται χρώς Il.13.284, τῶν μὲν γὰρ πάντων βέλε' ἅπτεται ὅστις ἀφήῃ ἢ κακὸς ἢ ἀγαθός Il.17.631-2, παύροισι καὶ οὐκ ἀγαθοῖσιν Od.18.383, τοὺς εὐγενεῖς γὰρ κἀγαθοὺς ... φιλεῖ Ἄρης ἐναίρειν S.Fr.724.1, cf. Hdt.1.95, 169, ξύμμαχοι Th.1.86.3, cf. 1.86.1, 120.3, παλαιοὶ ἄνδρες ἀγαθοί antiguos héroes Pl.Prt.326a
c. ac. de rel. βοὴν ἀγαθός bueno para lanzar el grito de guerra, Il.13.123, 15.671, 17.1, βίην ἀγαθός Il.6.478, τὰ πολέμια Hdt.9.122
c. dat. limitativo ἀγαθὸς δὲ καὶ ἐν σταδίῃ ὑσμίνῃ Il.13.314, πολέμῳ X.Oec.4.15
c. inf. ἀγαθὸς δὲ μάχεσθαι Hes.Fr.25.37
ἥρωες ἀγαθοί SEG 36.854 (Selinunte III a.C.), cf. IUrb.Rom.301 (imper.), 373, οἱ ἀγαθοὶ ἄνδρες los caídos por la patria, Thasos 141.3 (II a.C.).
2 rel. c. técnicas u oficios hábil, diestro, experto, bueno ἰητήρ Il.2.732, Hp.Prog.1, μάντις Pi.O.6.17, ἐλατήρ h.Ap.232, προβατογνώμων A.A.795, ἱππεῖς Th.2.100, πύκτης Xenoph.2.15, αὐλητής Pl.Prt.323a, Smp.215c, γεωργός Pl.Euthphr.2d
c. adv. πὺξ ἀγαθός Il.3.237
c. inf. ἱππεύεσθαι Hdt.1.79, ἱστάναι Pl.Prt.356a.
3 más gener. provechoso, benéfico, bueno πῆμα κακὸς γείτων, ὅσσον τ' ἀγαθὸς μέγ' ὄνειαρ Hes.Op.346, ἀνήρ LXX 2Ma.15.12, Arr.Epict.3.24.51, τῷ ἐμῷ ἀγαθῷ καὶ θεοφυλάκτῳ κυρίῳ PLond.113.12d.1 (VI d.C.)
de personas subordinadas y esclavos servicial ἀνὴρ ἀ. buen súbdito (del Rey), Hdt.3.63, cf. 7.107, 135, c. sent. relig. δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ Eu.Matt.25.21, 23.
4 esp. de dioses favorable, propicio, benéfico como epít. de Hermes SEG 26.137 (Ática IV a.C.), 35.1118 (Éfeso)
ἀ. δαίμων el buen genio al que se brindaba al final del banquete y principio del simposio, protector de la casa y familia σπεῖσον ἀγαθοῦ δαίμονος Ar.Eq.106, cf. 85, Ar.V.525
convertido, en lit. heleníst. y crist., en un tipo de divinidad benéfica más gener. ἀγαθὸς δαίμων, ἀγαθὸς θεός dios de salvación, ICr.3.4.8.1 (Itanos III a.C.), SIG 1044.9, ICr.3.4.9.1 (Itanos II a.C.), Ps.Callisth.32.12, de Jesús A.Andr.et Matt.6.p.71.12
de Nerón divinizado ἀ. θεός, ἀ. δαίμων POxy.1021.8 (I d.C.), de la Bona Dea romana ἔστι Ῥωμαίοις θεὸς ἣν Ἀγαθὴν ὀνομάζουσιν Plu.Caes.9
οἰωνοὶ ἀγαθοί presagios favorables Hes.Fr.240.11, cf. Call.Lau.Pall.124, ἀγαθᾶς τύχας buena suerte A.A.755
esp. en la fórmula en dat. ἀγαθῇ τύχῃ con buena suerte, buena suerte, que el destino sea favorable en leyes, tratados, decretos, SIG 985.1 (Filadelfia, Lidia I a.C.), cf. IChS.220.4, 335.3, Nym.Kafizin ll.cc., POsl.155.10 (II d.C.), v. τύχη
muy frec. en el encabezamiento o al final de cartas y otros documentos BGU 1283.7 (III a.C.), OBrüss.19.1 (III a.C.), IHerm.Magn.6.5 (I a.C.)
subst. ἀ. τις ἐπέπταρεν ἐρχομένῳ τοι un ser benéfico, un dios estornudó según pasabas Theoc.18.16.
5 bot. ἀγαθὸς δαίμων ervato, servato, peucédano o rabo de puerco, Peucedanum officinale L., Ps.Dsc.3.78, Ps.Apul.Herb.95.10.
II 1noble, distinguido, bueno por familia y riqueza πατρὸς δ' ἐξ ἀγαθοῦ Il.14.113, cf. 21.109, δρηστοσύνῃ οὐκ ἄν μοι ἐρίσσειε βροτὸς ἄλλος ... οἷά τε τοῖς ἀγαθοῖσι παραδρώωσι χέρηες Od.15.321-324, cf. 21.335, h.Cer.214, αἵματος ἐξ ἀγαθοῖο Od.4.611, emparejado con el tipo del rico o ἀφνειός: ἀφνειός τ' ἀγαθός τε Il.13.664, 17.576, ἀγαθήν τε γυναῖκα καὶ ἀφνειοῖο θύγατρα Od.18.276, πατέρων ... ἐξ ἀγαθῶν Pi.O.7.91, cf. Hdt.3.71, οἰκίη Hdt.1.107
subst. οἱ ἀ. los nobles οὐ φθονέων ἀγαθοῖς Pi.P.3.71, οὐκ ἐρίζων ἀντία τοῖς ἀγαθοῖς Pi.P.4.285, οὐδεὶς τῶν ἀγαθῶν S.El.1082, οἵ γ' ἀ. πρὸς τῶν ἀγενῶν κατανικῶνται S.Fr.84, en compar. ἀμείνων trad. del lat. curulis D.C.53.33.3
apuntando ya a un sentido «moral» todavía no separado de la nobleza de sangre οἱ πολλοί κακοί, ὀλίγοι δὲ ἀγαθοί Heraclit.B 104, ἀλλὰ διδάσκων οὔποτε ποιήσεις τὸν κακὸν ἄνδρ' ἀγαθόν Thgn.437-8, cf. 436.
2 del aspecto físico apuesto ὄψιν Il.24.632, ἐφάβω, τὰν μορφὰν ἀγαθῶ Theoc.23.2
de un caballo sano, de buena estampa εἰ τἄλλα πάντα ἀγαθὰ ἔχοι, κακόπους δ' εἴη X.Eq.1.2.
III en una sociedad más evolucionada
1 recto, honrado, bueno en principio en torno al juramento y δίκη: οὐδέ τις εὐόρκου χάρις ἔσσεται, οὐδὲ δικαίου οὐδ' ἀγαθοῦ Hes.Op.191, οὐκ ἀγαθὸς μάρτυς Critias B 44, cf. E.El.378, δίκαιοι κἀγαθοὶ ἄνδρες S.Ph.1050
más frec. de gobernantes y magistrados honrado, recto, capaz, cabal, de mérito βασιλεύς Il.3.179, Theoc.17.105, ἄρχοντες Democr.B 266, νομοθέται Pl.Prt.326d, Ep.Barn.21.4
esp. del buen ciudadano el que da y procura los mejores consejos y medios para su ciudad, sin miedo a las objeciones ἀγαθὸς πολίτης Th.3.42, 6.14, 6.9, cf. Pl.Prt.324d
invirtiendo el concepto arcaico ἀγαθοὶ ἄνδρες demócratas Lys.31.30, uniendo el concepto arcaico con valores intelectuales οἵ γε φρόνιμοι καὶ οἱ ἀνδρεῖοι ἀγαθοί Pl.Grg.498c, cf. 499a
c. ac. de rel. ἀγαθὸς τὴν γνώμην S.OT 687, πᾶσαν ἀρετήν Pl.Lg.899b, τὰ πολιτικά Pl.Grg.516c, c. dat. ἀγαθὸς μὲν ἔην ἀγορῇ Hes.Fr.25.37, ἀ. νόῳ Hdt.1.60
οἱ Ἀγαθοί Los Buenos Ciudadanos tít. de una comedia de Ferécrates, Ath.415c, y de Estratis, Sud.s.u. Στράττις.
2 respecto a esquemas más abstractos moralmente bueno, bueno θεοφιλὴς καὶ ἀνὴρ ἀγαθός Hdt.1.87, ἀνδρῶν ἀγαθῶν S.Ph.718, Pl.Ap.41d, ἀνδρὶ τῷ πάντ' ἀγαθῷ S.Ai.1415, cf. E.Hipp.1294, X.Oec.11.6, μόνον τὸν σοφὸν ἀγαθόν Chrysipp.Stoic.3.20.28, ἀγαθοὶ γὰρ οὐκ ἄξιοι φθόνου Epicur.Sent.Vat.[6] 53, πονηροί τε καὶ ἀγαθοί Eu.Matt.22.10
del demiurgo bueno, perfecto ἀγαθὸς ἦν Pl.Ti.29e, tb. en lit. heleníst. y crist. de la divinidad, D.Chr.30.26, de Zoroastro ἀγαθῶν ἀγαθώτατος Herenn.Phil.Hist.4.
3 en voc. buen amigo, amigo, querido frec. en crasis con ὦ (ὠγαθέ), como fórmula amistosa de tratamiento, Pl.Euthphr.10a, Cri.48d, Phd.64c, Call.Fr.1.24, sup. ἀγαθέστατε Hyp.Fr.219b, expresando un reproche condescendiente Pl.Prt.311a, Theoc.14.8, irón. denotando burla o desprecio Pl.Grg.471d, 486c, Hp.Ma.285d, 287e.
IV en ciertos clisés (frec. en Atenas)
1 en la frase καλὸς κἀγαθός de pro, de bien por su valor y posición en la ciudad Τέλλῳ ... παῖδες ἦσαν καλοί τε κἀγαθοί Hdt.1.30, cf. Th.4.40, X.Cyr.4.6.3, Ar.Eq.185, 735, τούς τε καλοὺς κἀγαθοὺς ὀνομαζομένους Th.8.48, cf. X.HG 5.3.9, Oec.11.22, καλὸς κἀγαθὸς εἶναι καὶ παρὰ τοῖς πολίταις εὐδοκιμεῖν Isoc.15.278, καλὸς μὲν κἀγαθὸς ἀνὴρ καὶ τῆς πόλεως καὶ τῆς Ἑλλάδος ἄξιος Isoc.15.138, cf. Arist.Pol.1293b39, καλώ τε καὶ ἀγαθώ X.An.4.1.19
separados ambos adj. por otras palabras εἰ μέλλει δικαίως τις ἅμα μὲν καλός, ἅμα δὲ ἀγαθός ... κεκλῆσθαι Pl.Ti.88c, καλὸς μὲν γὰρ ἦν καὶ ἀ. ὁ Βρασίδας Plu.Lyc.25
en sentido moral τῆς (ἀρετῆς) τοῖς καλοῖς κἀγαθοῖς τῶν ἀνδρῶν ἐν ταῖς ψυχαῖς ... ἐγγιγνομένης Isoc.12.183, cf. 15.243, cf. Arist.MM 1207b25.
2 de acciones, sentimientos recto, cabal, propio de un hombre de bien οὐδὲν καλὸν κἀγαθὸν εἰδέναι Pl.Ap.21d, πάντα ... ἔμοιγε δοκεῖ τὰ καλὰ καὶ τἀγαθὰ ἀσκητὰ εἶναι X.Mem.1.2.23, cf. Cyr.2.1.17, τῶν καλῶν τε κἀγαθῶν ἔργων X.Mem.2.1.20, καρτερία Pl.La.192c, καρδία Eu.Luc.8.15, μαντεῖαι πολλαὶ καὶ καλαὶ κἀγαθαὶ καὶ ἀληθεῖς D.Ep.1.16.
B de cosas y abstr.
I ref. sobre todo a los medios materiales de subsistencia y a la vida
1 materialmente bueno, de buena calidad, excelente, bueno ζώεις δ' ἀγαθὸν βίον Od.15.491, δαῖτ' ἀγαθὴν κρειῶν τε καὶ οἴνου Od.15.507, ἐξ ἀγαθῶν τῶν πυρῶν Hp.Art.36, καρποί LXX Si.6.19, Ep.Iac.3.17
neutr. plu. como adv. ἀγαθὰ πράττειν vivir en la prosperidad Ar.Au.1706.
2 esp. de la tierra, islas o regiones bueno, fértil, fructífero ἀγαθή, εὔβοτος Od.15.405, cf. 13.246, Hes.Op.783, X.Oec.16.7, Call.Del.289, D.S.5.41, I.AI 5.178, Eu.Luc.8.8, ἀγαθὴ γῆ tierra de promisión LXX Ex.3.8, 20.12, ἀ. δένδρον árbol fructífero, Eu.Matt.7.17.
3 τὰ ἀ. τῆς γῆς hebr. bâmôt, lugares altos del culto cananeo, LXX Is.58.14.
II de abstr.
1 que produce beneficio u honor, útil, provechoso, saludable, bueno αἰδὼς δ' οὐκ ἀγαθή Od.17.347, Hes.Op.317, cf. Od.17.352, δώς Hes.Op.356, cf. Ep.Iac.1.17, Ἔρις Hes.Op.24, σοφία Xenoph.2.14, ἐλπίς Pi.I.8.15a, δόξα Sol.1.4, cf. E.Hipp.427, Th.1.80, φᾶμαι Pi.O.7.10, κλέος Theoc.16.58, ἀγαθαὶ (ἡδοναί) μὲν αἱ ὠφέλιμοι Pl.Grg.499d, del arte de Triptólemo, Call.Cer.21
c. dat. ἀ. τινί X.Cyn.13.17
c. otras constr. ἀ. ἡμέρα día favorable, día de suerte ἀγαθή ἐστιν ... ἡμέρα ὡς ἀρετῆς ἄρχεσθαι X.Oec.11.6, cf. LXX Si.14.14, 1Ma.10.55, 1Ep.Petr.3.10, D.C.51.19.6
en hipálage día feliz e.e., día en el que uno espera ser feliz PAbinn.23.10 (IV d.C.)
neutr. plu. como adv. ἀγαθὰ φρονεῖν Il.24.173, ῥέζειν, τελεῖν Od.22.209, 2.34
neutr. como pred. en oración nominal es conveniente, bueno οὐκ ἀγαθὸν πολυκοιρανίη Il.2.204, c. inf. ἀγαθὸν καὶ νυκτὶ πιθέσθαι Il.7.282, cf. Od.3.196, ἀγαθόν τοι πρόνοον εἶναι Hdt.3.36, cf. 3.80
en zeugma ἀγαθαὶ δὲ πέλοντ' ... θοᾶς ἐκ ναὸς ἀπεσκίμφθαι δύ' ἄγκυραι buenas son dos anclas para tenerlas echadas desde la rauda nave, e.e., bueno es echar dos anclas Pi.O.6.100
es agradable, bueno, saludable ἀγαθὸν δὲ γυναικί περ ἐν φιλότητι μίσγεσθ' Il.24.130
es un bien σιγῆν ἀγαθόν el silencio es un bien Epich.163, ὁ τοῦ σοφοῦ σεβασμὸς ἀγαθὸν μέγα τῷ σεβομένῳ Epicur.Sent.Vat.[6] 32.
2 medic. favorable, positivo, beneficioso, bueno καταμανθάνειν ἀγαθὸν ὅ τι κοινὸν ἐν τῇ καταστάσει ἢ ἐν τῇ νούσῳ Hp.Epid.3.16.6, Art.40
c. gen. εἴ τι οἶδα πυρετοῦ ἀ. X.Mem.3.8.3, νεῦρα ... καὶ λίπος ἀνθρωπείων νεύρων ἀγαθά ἐστιν Ael.NA 14.7.
III en sent. moral
1 de pensamientos, palabras, actos recto, cabal, bueno φρένες Il.8.360, φρεσὶ κέχρητ' ἀγαθῇσι Od.3.266, 14.421, 16.398, λόγος Pi.N.11.17, πρῆξις Democr.B 177, ἔργματα Pi.N.4.83, ἔργα Emp.B 112.2, Th.5.63, 2Ep.Cor.9.8, ἀνθρώποις πᾶσι τωὐτὸν ἀγαθὸν καὶ ἀληθές Democr.B 69, οὐδὲ μὲν ... ἀγαθὸν γάμον ἐμνήστευσαν Call.Dian.265.
2 más gener. bueno, moralmente bueno ψυχή Democr.B 247, E.Andr.611, Pl.R.409c, c. ac. int. ἀγαθαὶ (ψυχαὶ) πᾶσαν ἀρετήν Pl.Lg.899b, cf. 900d
en plu. ἀγαθά buenas cualidades ἐν τῇ ψυχῇ Isoc.8.32.
C subst. τὸ ἀγαθόν
I 1dicho de una pers. bien, bendición ὦ μέγα ἀ. σὺ τοῖς φίλοις X.Cyr.5.3.20, cf. Ar.Ra.74
a un niño bien mío Men.Sam.243.
2 lo bueno, lo conveniente, un bien Ζεὺς ἀγαθόν τε κακόν τε διδοῖ Od.4.237, τὸ κακὸν δοκέον γίγνεται εἰς ἀγαθόν Thgn.162, θεῖον γὰρ ἀγαθόν που τιμή Pl.Lg.727a, cf. R.608e, Grg.452a, D.Chr.14.1, Ep.Rom.3.8
irón. τοῦτο τἀγαθόν S.Ant.275, con alusión a el Bien de Platón τὸ δ' ἀγαθὸν ὅ τι ποτ' ἐστίν, οὗ σὺ τυγχάνειν μέλλεις διὰ ταύτην, ἧττον οἶδα τοῦτ' ἐγὼ ... ἢ τὸ Πλάτωνος ἀγαθόν Amphis 6
esp. en plu. bienes, cosas buenas τὰ ἀγαθά Thgn.1000, Hdt.2.172, cf. Ar.Ach.873, ἐμάνθανον ... ὅτι τὰ οἰκεῖά τε καὶ τὰ αὑτοῦ ἀγαθὰ καλοίης Pl.Chrm.163d, cf. X.Mem.1.2.63, Eu.Luc.16.25, Ep.Gal.6.6, τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς 1Ep.Clem.8.4, ὅπως γηράσκων νεάζῃ τοῖς ἀγαθοῖς de manera que al envejecer rejuvenezca con las cosas felices pasadas Epicur.Ep.[4] 122, τοῦ γεγονότος ἀμνήμων ἀγαθοῦ γέρων τήμερον γεγένηται Epicur.Sent.Vat.[6] 19
en frases adv. εἰς ἀγαθόν, ἐπ' ἀγαθόν, ἐπ' ἀγαθῷ para bien, favorablemente, Il.11.789, Th.5.27, BGU 1197.12 (I a.C.), BGU 12.4 (II d.C.), frec. en inscr. ἐπ' ἀγαθῷ como fórmula utilizada en plegarias, ofrendas y epitafios IPDésert 3, IPh.168.13 (ambas II d.C.), ISyène 195, 329 (ambas III d.C.), SEG 31.797 (Tasos, imper.), ἐπ' ἀγαθοῖς PFlor.21.10 (III d.C.), σὺν ἀγαθῷ Pi.O.2.33.
3 servicio, favor, bien ἀ. δεδρακέναι Th.3.68, ἀ. πεποιηκέναι Lys.13.92, εἴ τι ἐν τῷ πολέμῳ ὑπ' αὐτῶν ἀ. πεπόνθασι Th.3.68.1, ἀγαθὸν ποιῆσαι LXX 1Ma.11.33, Eu.Marc.3.4, ἐργάζεσθαι τὸ ἀ. Ep.Rom.2.10, Herm.Mand.4.2.2, cf. Ep.Gal.6.10, τὰ ἀ. buenas acciones, Eu.Io.5.29, cf. Herm.Mand.10.3.1, ἐπ' ἀγαθῷ τῇ κώμῃ para el bien de la aldea, SEG 40.1562bis (I d.C.).
II 1fil. el Bien τἀγαθόν Pl.R.518d, οὐδὲν ἡμῖν ὄφελος, ὥσπερ οὐδ' εἰ κεκτήμεθά τι ἄνευ τοῦ ἀγαθοῦ Pl.R.505a, αὐτὸ τὸ ἀ. el Bien en sí Pl.R.534c, ἡ τοῦ ἀγαθοῦ ἰδέα Pl.R.505a, 534b, definido como τοῦ ὄντος τὸ φανότατον Pl.R.518c, en Aristóteles como la causa final o el fin de toda praxis τί οὖν ἑκάστης τἀγαθόν; ... ἐν ἁπάσῃ δὲ πράξει καὶ προαιρέσει τὸ τέλος· τούτου γὰρ ἕνεκα τὰ λοιπὰ πράττουσι πάντες Arist.EN 1097a18-22, τἀγαθόν, οὗ πάντ' ἐφίεται Arist.EN 1094a3, τὸ οὗ ἕνεκα καί τἀγαθόν Arist.Metaph.983a32
entre los estoicos (ἀ.) πᾶν ὅ ἐστιν ἀρετὴ ἢ μετέχον ἀρετῆς Zeno Stoic.1.47.21
entre los epicúreos ταύτην γὰρ (τὴν ἡδονὴν) ἀγαθὸν πρῶτον καὶ συγγενικὸν ἔγνωμεν Epicur.Ep.[4] 129.1, cf. 3, 4, 10
la sensación y el placer como τὸ ἀ. κατὰ φύσιος Epicur.Ep.[4] 124.7, cf. Sent.Vat.[6] 75, Ep.[4] 128.7, Sent.[5] 140.2, 141.3, οὐδὲ γὰρ ἔγωγε ἔχω τί νοήσω τἀγαθὸν ἀφαιρῶν μὲν τὰς διὰ χυλῶν ἡδονάς ... τὰς δι' ἀφροδισίων ... τὰς δι' ἀκροαμάτων Epicur.Fr.[22] 1.8
como principio de todo e indistinguible de τὸ ἕν Plot.2.9.1, cf. 6.7.16
de Dios como summum bonum Clem.Al.Paed.1.8.63.
2 en lit. herméticas salvación τοῦτό ἐστι τὸ ἀγαθὸν τέλος τοῖς γνῶσιν ἐσχηκόσι, θεωθῆναι Corp.Herm.1.26, cf. 12.2.
D adv. -ῶς
1 convenientemente στοχαζόμενον ἀ. ref. a la acción quirúrgica del médico, Hp.Off.4, ἀ. προσφέρεσθαι τῷ δήμῳ IIasos 22.21 (II a.C.), ἔθυσαν ... τοῖς θεοῖς καλῶς καὶ ἀ. Annuario 19-20.1941-42.83 n.6 (Lemnos I a.C.).
2 en situación moralmente buena ἔχουσι Arist.Rh.1388b6
dignamente, decorosa o decentemente τῇ ἰδίᾳ γυναικὶ ἀ. συνβιωσάσῃ μνήμης χάριν Mélanges Beyrouth 7.1914-21.18.n.26 (Ponto II d.C.).
3 adv. exclam. bien ἀγαθῶς, εἰρήνη δούλῳ σου LXX 1Re.20.7, v. εὖ.

• Etimología: Etim. dud. La existencia de ἀκαθός y χάσιος apunta hacia un origen no griego. Las diversas hipótesis propuestas resultan insatisfactorias.

English (Abbott-Smith)

ἀγαθός, -ή, -όν, [in LXX chiefly for טוֹב;]
in general, good, in physical and in moral sense, used of persons, things, acts, conditions, etc., applied to that which is regarded as "perfect in its kind, so as to produce pleasure and satisfaction,… that which, in itself good, is also at once for the good and the advantage of him who comes in contact with it" (Cremer, 3): γῆ, Lk 8:8; δένδρον, Mt 7:18; καρδία, Lk 8:15; δόσις, Ja 1:17; μέρις, Lk 10:42; ἔργον (freq. in Pl.), Phl 1:6; ἐλπίς, II Th 2:16; θησαυρός, Mt 12:35; μνεία, I Th 3:6 (cf. II Mac 7·20); as subst., τὸ ἀ, that which is morally good, beneficial, acceptable to God, Ro 12:2; ἐργάζεσθαι τὸ ἀ, Ro 2:10, Eph 4:28; πράσσειν, Ro 9:11, II Co 5:10; διώκειν, I Th 5:15; μιμεῖσθαι, III Jo 11; κολλᾶσθαι τῷ ἀ, Ro 12:9; ερωτᾶν περὶ τοῦ ἀ., Mt 19:17; διάκονος εἰς τὸ ἀ., Ro 13:4; τὸ ἀ. σου, thy favour, benefit, Phm 14; pl., τὸ ἀ., of goods, possessions, Lk 12:18; of spiritual benefits, Ro 10:15, He 9:11, 10:1. ἀ is opp. to πονήρος, Mt 5:45, 20:5; κακός, Ro 7:19; φαῦλος, Ro 9:11, II Co 5:10 (cf. MM, VGT, s.v.).SYN.: καλός, δίκαιος. κ. properly refers to goodliness as manifested in form: ἀ. to inner excellence (cf. the cl. καλὸς κἀγαθός and ἐν καρδία κ. καὶ ἀ., Lk 8:15). In Ro 5:7, where it is contrasted with δ., ἀ. implies a kindliness and attractiveness not necessarily possessed by the δίκαιος, who merely measures up to a high standard of rectitude (cf. ἀγαθωσύνη).

English (Strong)

a primary word; "good" (in any sense, often as noun): benefit, good(-s, things), well. Compare καλός.

English (Thayer)

(ή, (akin to ἄγαμαι to wonder at, think highly of, ἀγαστός admirable, as explained by Plato, Crat., p. 412c. (others besides; cf. Donaldson, New Crat. § 323)), in general denotes"perfectus, ... qui habet in se ac facit omnia quae habere et facere debet pro notione nominis, officio ac lege" (Irmisch ad Herodian, 1,4, p. 134), excelling in any respect, distinguished, good. It can be predicated of persons, things, conditions, qualities and affections of the soul, deeds, times and seasons. To this general significance can be traced back all those senses which the word gathers from the connection in which it stands;
1. of a good constitution or nature: γῆ, δένδρον, Xenophon, oec. 16,7 γῆ ἀγαθή, ... γῆ κακῇ, an. 2,4, 22 χώρας πολλῆς καί ἀγαθῆς οὔσης). In ἀγαθή καρδία corresponds to the figurative expression good ground, and denotes a soul inclined to goodness, and accordingly eager to learn saving truth and ready to bear the fruits (καρπούς ἀγαθούς, useful, salutary: δόσις ἀγαθή (joined to δώρημα τέλειον) a gift which is truly a gift, salutary, δόματα ἀγαθά, ἐντολή ἀγαθός a commandment profitable to those who keep it, εἰς τό συμφέρον ἐισηγουμένη, hence, the question in τό οὖν ἀγαθόν ἐμοί γέγονε θάνατος; ἀγαθός μερίς the 'good part,' which insures salvation to him who chooses it, ἔργον ἀγαθόν (differently in εἰς ἀγαθόν for good, to advantage, πάντα τοῖς ἐυσεβέσι εἰς ἀγαθά ... τοῖς ἁμαρτωλοῖς εἰς κακά, τό κακόν ... γίγνεται εἰς ἀγαθόν, Theognis 162); good for, suited to something: πρός οἰκοδομήν, Winer s Grammar, 363 (340)) (Xenophon, mem. 4,6, 10).
3. of the feeling awakened by what is good, pleasant, agreeable, joyful, happy: ἡμέραι ἀγαθάς ἐλπίς, μακαρία ἐλπίς, συνείδησις, a peaceful conscience, equivalent to consciousness of rectitude, excellent, distinguished: so τί ἀγαθόν, upright, honorable: πονηροί καί ἀγαθοί, ἀγαθός καί δίκαιος, καρδία ἀγαθή καί καλή, καλός, b.); fulfilling the duty or service demanded, δοῦλε ἀγαθέ καί πιστέ, ἀγαθός θησαυρός in πίστις ἀγαθός the fidelity due from a servant to his master, WH marginal reading omits); on ἀγαθόν ἔργον, ἀγαθά ἔργα, see ἔργον. In a narrower sense, benevolent, kind, generous: μνεία, beneficent (Xenophon, Cyril 3,3, 4; טוב, Cicero, nat. deor. 2,25, 64 " optimus i. e. beneficentissimus), Isaiah , Hardly for an innocent man does one encounter death; for if he even dares hazard his life for another, he does so for a benefactor (one from whom he has received favors); cf. Winer's Grammar, 117 (111); (Gifford in the Speaker's Commentary, p. 123). The neuter used substantively denotes:
1. a good thing, convenience, advantage, and in partic.
a. in the plural, external goods, riches: τά ἀγαθά σου comforts and delights which thy wealth procured for thee in abundance, κακά, as in the benefits of the Messianic kingdom: τά μέλλοντα ἀγαθῶν, what is upright, honorable, and acceptable to God: ἐργάζεσθαι τό ἀγαθόν πράσσειν, διώκειν, μιμεῖσθαι, κολλᾶσθαι τῷ ἀγαθῷ τί με ἐρωτᾷς περί τοῦ ἀγαθοῦ, G L T Tr WH, where the word expresses the general idea of right. Specifically, what is salutary, suited to the course of human affairs: in the phrase διάκονος εἰς τό ἀγαθόν τό ἀγαθόν σου the favor thou conferrest, Sept. that טוב good is predominantly (?) rendered by καλός.... The translator of Genesis uses ἀγαθός only in the neuter, good, goods, and this has been to a degree the model for the other translators. ... In the Greek O. T., where οἱ δίκαιοι is the technical designation of the pious, οἱ ἀγαθοί or ὁ ἀγαθός does not occur in so general a sense. The ἀνήρ ἀγαθός is peculiar only to the Proverbs (οὐδείς ἀγαθός εἰ μή εἷς ὁ Θεός. In the O. T. the term 'righteous' makes reference rather to a covenant and to one's relation to a positive standard; ἀγαθός would express the absolute idea of moral goodness" (Zezschwitz, Profangraec. u. Biblical Sprachgeist, Leipz. 1859, p. 60). Cf. Tittm., p. 19. On the comparison of ἀγαθός see B. 27 (24).)

Russian (Dvoretsky)

ἀγᾰθός: (ᾰγ) (compar. ἀμείνων, βελτίων, κρείσσων, λωΐων, λῴων, поэт. тж. ἀρείων, βέλτερος, λωΐτερος, φέρτερος; superl. ἄριστος, βέλτιστος, κράτιστος, λώϊστος, λῷστος, поэт. тж. βέλτατος, φέριστος, φέρτατος, κάρτιστος)
1) хороший, отличный (ἰητήρ, θεράπων Hom.): ἀ. τι Hom., Her., Plat., εἴς и πρός τι Plat., περί τι Lys., ἔν τινι Plat. и ποιεῖν τι Hes., Plat. искусный (отличившийся) в чем-л.;
2) добрый, благой (δαίμων Arph.; θεός Plut.): καλὸς κἀγαθός Plat. нравственно (духовно) совершенный; ὦ ᾽γαθέ! Plat. ах, мой милый!;
3) доблестный, храбрый (Ἀχιλλεύς Hom.): βοὴν ἀ. Hom. славный в бою;
4) благородный, знатный Hom., Pind., Soph., Eur.: δεσπόται ἀγαθοί τε καὶ ἐξ ἀγαθῶν Plut. знатные повелители из знатных родов.

Etymological

Grammatical information: adj.
Meaning: good (Il.).
Other forms: ἀκαθόν· ἀγαθόν H.; χάσιος· χρηστός H. Dor. χάϊος noble, good (α)
Dialectal forms: Cypr. ἀζαθος must prob. be read ἀγαθος, Egetmeyer, Kadmos 32 (1993) 145-155.
Origin: IE [Indo-European]X [probably], LW [loanword]X[probably] [413]
Etymology: Uncertain. On the one hand, one compares Germ. forms, Goth. goÞs, NHG gut, MLG gaden fit etc., further OCS godьnъ pleasant, goditi be pleasant, Russ. gódnyj useful. (Not with Skt. gadh- to take, seize, gádhya- booty which would have given *(ἀ)καθος). Crim. Goth. gadeltha pulchrum. The words must have a\/a (long ō is morphologically excluded; Slavic cannot have h₂). Considered as a European substratum word by Beekes KZ 109 (1996). - Recently the word is analysed as *mǵh₂-dh₁-os made great (Panagl FS Strunk (1995)), which is semantically not convincing; or whose deeds are great Ruijgh 1991, FS Bartoněk, which is also semantically unconvincing. - If the variants are reliable, it could be Pre-Greek.

Middle Liddell

[deriv. uncertain]
good, Lat. bonus:
I. of persons,
1. in early times, good, gentle, noble, in reference to birth, opp. to κακοί, πατρὸς δ' εἴμ' ἀγαθοῖο, θεὰ δέ με γείνατο μήτηρ Il.; ἀγαθοὶ καὶ ἐξ ἀγαθῶν, Lat. boni bonis prognati, Plat.; with this early sense was associated that of wealth and power, like Lat. optimus quisque in Sallust and Cicero; esp. in the phrase καλοὶ κἀγαθοί (v. καλοκἀγαθός).
2. good, brave, since these qualities were attributed to the Chiefs, Il.; ἀγαθὸς ἐν ὑσμίνῃ, βοὴν ἀγαθός, πὺξ ἀγαθός, etc., Hom.; ἀγ. τὰ πολέμια, τὰ πολιτικά Hdt., etc.;—also c. dat., ἀγ. πολέμῳ Xen.;—and, ἀγ. εἴς τι, περί τι, πρός τι Plat., etc.; lastly, c. inf., ἀγ. μάχεσθαι, ἱππεύεσθαι, good at fighting, etc., Hdt.
3. good, in moral sense, Plat., etc.
4. ἀγαθοῦ δαίμονος, as a toast, "to the good Genius," Ar.
II. of things,
1. good, serviceable, Ἰθάκη ἀγαθὴ κουροτρόφος Od.; ἀγ. τοῖς τοκεῦσι, τῇ πόλει Xen.; c. gen., εἴ τι οἶδα πυρετοῦ ἀγ. good for fever, Xen.; ἀγαθόν [ἐστι], c. inf., it is good to do so and so, Hom., etc.
2. ἀγαθόν, τό, a good, of persons, φίλον, ὃ μέγιστον ἀγ. εἶναι φασι Xen.; ἐπ' ἀγαθῷ τοῖς πολίταις Ar.; τὸ ἀγαθόν or τἀγαθόν, the good, summum bonum, Plat., etc.; in pl., ἀγαθά, τά, the goods of fortune, wealth, Hdt., etc.; also good qualities, of a horse, Xen.
III. instead of the regular degrees of comparison, many forms are used,—comp. ἀμείνων, ἀρείων, βελτίων, κρείσσων, λωΐων , epic βέλτερος, λωΐτερος, φέρτερος;— Sup. ἄριστος, βέλτιστος, κράτιστος, λώϊστος, epic βέλτατος, κάρτιστος, φέρτατος, φέριστος.
IV. the adv. is usually εὖ: ἀγαθῶς in late writers.