ἀνθρακών

English (LSJ)

ῶνος, ὁ, coal-store, Hdn.Gr.1.30, 2.860.

Spanish (DGE)

-ῶνος, ὁ carbonera, almacén de carbón Hdn.Gr.1.30, 2.860.

Greek (Liddell-Scott)

ἀνθρακών: -ῶνος, ὁ, = ἀνθρακιά, Ἀρκάδ. 12.

Greek Monolingual

ἀνθρακών (-ῶνος), ο (Α)
αποθήκη για κάρβουνα.