Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αποθήκη

Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet -> May he love tomorrow who has never loved before; And may he who has loved, love tomorrow as well
Pervigilium Veneris

Greek Monolingual

η (AM ἀποθήκη) αποτίθημι
καλυμμένος χώρος προορισμένος για τη διαφύλαξη εμπορευμάτων ή άλλων ειδών
νεοελλ.
1. ιδιαίτερος χώρος οχήματος, πλοίου, αμαξοστοιχίας, αεροπλάνου, όπου φυλάσσονται οι αποσκευές κατά τη διάρκεια του ταξιδιού
αρχ.
1. αποθήκευση, αποταμίευση
2. «αποθήκη σωμάτων» — το νεκροταφείο
3. καταφύγιο («ἀποθήκην μέλλων ποιήσεσθαι εἰς τὸν Πέρσην» — να εξασφαλίσει καταφύγιο).