Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αποθήκη

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2

Greek Monolingual

η (AM ἀποθήκη) αποτίθημι
καλυμμένος χώρος προορισμένος για τη διαφύλαξη εμπορευμάτων ή άλλων ειδών
νεοελλ.
1. ιδιαίτερος χώρος οχήματος, πλοίου, αμαξοστοιχίας, αεροπλάνου, όπου φυλάσσονται οι αποσκευές κατά τη διάρκεια του ταξιδιού
αρχ.
1. αποθήκευση, αποταμίευση
2. «αποθήκη σωμάτων» — το νεκροταφείο
3. καταφύγιο («ἀποθήκην μέλλων ποιήσεσθαι εἰς τὸν Πέρσην» — να εξασφαλίσει καταφύγιο).