[Seite 1177] s. εἰμί; – ἦσαν, s. οἶδα u. εἶμι.
3ᵉ pl. impf. de εἰμί.
ἦσαν: γʹ πληθ. παρατ. του εἰμί (Λατ. sum).
ἦσαν: 3 л. pl. impf. к εἰμί.