3,277,301
edits
(6_2) |
(Bailly1_2) |
||
Line 15: | Line 15: | ||
{{ls | {{ls | ||
|lstext='''ἐκκύπτω''': [[κύπτω]] ἔξω τινός, κερδὼ παχείας ἐξέκυπτεν αἰγείρου Βαβρ. 50. 13· ἐκκύψασαν ἁλῶναι (πιθ. γραφ. ἀντὶ ἐγκ-), Ἀριστοφ. Θεσμ. 790: - [[καθόλου]], [[ἐξέρχομαι]], ὁ αὐτ. Ἐκκλ. 1052· ἐπὶ τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ κοχλίου, [[ἐξέρχομαι]] ἔξω, Ἀθήν. 455Ε. ΙΙ. μεταβατ., [[προσβάλλω]], [[προτείνω]], μόνην γὰρ ἐξέκυψε τὴν κεφαλὴν ([[ὅπερ]] νῦν διωρθώθη: μόνη γὰρ ἐξέκυψεν ἡ [[κεφαλή]]), Αἰλ. π. Ζ. 15. 21. | |lstext='''ἐκκύπτω''': [[κύπτω]] ἔξω τινός, κερδὼ παχείας ἐξέκυπτεν αἰγείρου Βαβρ. 50. 13· ἐκκύψασαν ἁλῶναι (πιθ. γραφ. ἀντὶ ἐγκ-), Ἀριστοφ. Θεσμ. 790: - [[καθόλου]], [[ἐξέρχομαι]], ὁ αὐτ. Ἐκκλ. 1052· ἐπὶ τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ κοχλίου, [[ἐξέρχομαι]] ἔξω, Ἀθήν. 455Ε. ΙΙ. μεταβατ., [[προσβάλλω]], [[προτείνω]], μόνην γὰρ ἐξέκυψε τὴν κεφαλὴν ([[ὅπερ]] νῦν διωρθώθη: μόνη γὰρ ἐξέκυψεν ἡ [[κεφαλή]]), Αἰλ. π. Ζ. 15. 21. | ||
}} | |||
{{bailly | |||
|btext=<b>1</b> se pencher pour regarder au dehors ; se laisser entrevoir, se montrer, apparaître;<br /><b>2</b> <i>tr.</i> pencher en dehors : τὴν κεφαλήν la tête.<br />'''Étymologie:''' [[ἐκ]], [[κύπτω]]. | |||
}} | }} |