Ῥᾷον φέρειν δεῖ τὰς παρεστώσας τύχας → Facilius ferre oportet, quae incidunt mala → Recht leicht musst du das Schicksal tragen, das dich trifft
διαμηρυκάομαι: ἀποθ., ἀναμασῶ τὴν τροφήν, ἀναμασῶ, ἐπαναλαμβάνω, δ. τὰ ῥήματα Ἰω. Χρυσ.