ὑπερηφανεύομαι

Revision as of 10:22, 5 August 2017 by Spiros (talk | contribs) (6_22)

German (Pape)

[Seite 1196] seltener act., wie E. M., = Folgdm.

Greek (Liddell-Scott)

ὑπερηφανεύομαι: ὡς καὶ νῦν φέρομαι ὑπερηφάνως, Ἑβδομ. (Νεεμ. Θ΄, 16, Τωβὶτ Δ΄, 13, Ἰὼβ ΚΒ΄, 29, Ψαλμ. Θ΄, 23, Σειρὰχ Ι΄, 9), ἴδε ὑπερηφανέω. - Ἀλλ’ ὁ Κόντος ἐν Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 397 θεωρεῖ τὸν τύπον τοῦτον ἀδόκιμον.