δίασμα

Revision as of 12:24, 21 August 2017 by Spiros (talk | contribs) (big3_11)

English (LSJ)

ατος, τό, (διάζομαι)

   A warp, διάσματα, φάρεος ἀρχήν Call.Fr. 244, cf. LXX Jd.16.13, Ostr.1155, Nonn.D.6.151.

German (Pape)

[Seite 602] τό (s. διάζομαι), der Aufzug des Gewebes, Callim. frg. 244; Nonn. D. 6, 152; VLL. ἡ πρώτη τοῦ ἱματίου ἐργασία.

Greek (Liddell-Scott)

δίασμα: -ατος, τό, (διάζομαι) = στήμων, Καλλ. Ἀποσπ. 244, Νόνν. Δ. 6. 151.

Spanish (DGE)

-ματος, τό
1 urdimbre y en plu. hilos de la urdimbre, lizos LXX Id.16.13, cf. 14, προφέρεσθαι διάσματα preparar, montar la urdimbre Call.Fr.520, cf. Nonn.D.6.151, τὰ διάσματα ... ἀναβ(αλεῖν) Ostr.1155, cf. 1156 (ambos rom.), PErasm.5.11 (II a.C.), OBodl.1988.5 (I/II d.C.), SB 9237.41 (II d.C.), 9307.11, 12 (II/III d.C.), glos. a ἄνταρ Hsch., Sch.Od.7.107, glos. a ἄσμα AB 452.30, Gloss.3.209, 323.
2 acción de montar la urdimbre δ.· ἡ πρώτη τοῦ ἱματίου ἐργασία EM 270.18G.