άψις

From LSJ

Βέλτιστε, μὴ τὸ κέρδος ἐν πᾶσι σκόπει → Amice, ubique lucra sectari cave → Mein bester Freund, sieh nicht in allem auf Profit

Menander, Monostichoi, 59

Greek Monolingual

ἅψις, η (Α) άπτω
1. άγγιγμα, επαφή
2. φρ. «ἅψις φρενῶν» — παραφροσύνη.