Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αμφοτεροβαρής

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

-ές
αυτός του οποίου το βάρος μοιράζεται σε δύο ίσα μέρη, που επιβαρύνει και τις δυο πλευρές, ο ισόρροπος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αμφότεροι + -βαρής < βάρος. Η λ. πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τον λόγιο Αναστάσιο Πολυζωίδη το 1936].