Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αναστενάζω

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

(AM ἀναστενάζω)
στενάζω βαθιά, βγάζω στεναγμό, στενάζω
αρχ.
1. γογγύζω, βαρυγγωμώ, εκφράζομαι με πικρά λόγια για κάποιον
2. θρηνώ για κάποιον.