Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αρματομαχώ

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

ἁρματομαχῶ (-έω) (Μ)
μάχομαι από το άρμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < άρμα, -τος + -μαχώ (-έω) < -μαχος (< μάχομαι)].